του Νικόλαου Ντάβου*
Η ευρωπαϊκή οικονομία του υδρογόνου εισέρχεται πλέον σε μία πιο ώριμη και λιγότερο θορυβώδη φάση. Μετά την περίοδο των μεγάλων εξαγγελιών και των φιλόδοξων στόχων, το ενδιαφέρον μετατοπίζεται στα έργα που μπορούν πράγματι να λειτουργήσουν μέσα στο υφιστάμενο ενεργειακό, βιομηχανικό και ρυθμιστικό περιβάλλον. Το χάσμα που αναδείχθηκε μεταξύ ανακοινωμένης και εγκατεστημένης ισχύος μονάδων ηλεκτρόλυσης δεν αποτελεί ένδειξη αποτυχίας, αλλά φυσικό αποτέλεσμα της μετάβασης από τη στρατηγική στη εφαρμογή. Η αγορά του υδρογόνου δεν διαμορφώνεται πλέον στη βάση υποσχέσεων, αλλά στη βάση κόστους, τελικής χρήσης και διασύνδεσης με το ενεργειακό σύστημα.
Στο νέο αυτό πλαίσιο, το υδρογόνο επανατοποθετείται ως συμπληρωματικός αλλά κρίσιμος ενεργειακός φορέας του εξηλεκτρισμού και όχι ως καθολική λύση. Η αξία του έγκειται στην ικανότητά του να απορροφά πλεονάζουσα ανανεώσιμη ηλεκτρική ενέργεια, να λειτουργεί ως μέσο αποθήκευσης και να εξυπηρετεί τομείς που δεν μπορούν να εξηλεκτριστούν άμεσα. Ιδιαίτερα σε αγορές με υψηλή διείσδυση ΑΠΕ, το φαινόμενο των πολύ χαμηλών ή και αρνητικών τιμών ηλεκτρικής ενέργειας αποκτά δομικά χαρακτηριστικά. Σε αυτές τις συνθήκες, η ηλεκτρόλυση μπορεί να λειτουργήσει ευέλικτα, μετατρέποντας ένα πρόβλημα ισορροπίας του συστήματος σε ενεργειακό προϊόν. Έτσι, το πραγματικό κόστος του πράσινου υδρογόνου δεν καθορίζεται μόνο από την τεχνολογία, αλλά από τον τρόπο ένταξής του στις αγορές ηλεκτρικής ενέργειας.
Καθοριστικό ρόλο διαδραματίζει και το ευρωπαϊκό πλαίσιο για τα ανανεώσιμα καύσιμα μη βιολογικής προέλευσης. Οι κανόνες πρόσθετης παραγωγής και χρονικής συσχέτισης διασφαλίζουν την περιβαλλοντική ακεραιότητα του υδρογόνου, αλλά ταυτόχρονα επηρεάζουν τη λειτουργική ευελιξία και το κόστος των έργων. Η σταδιακή προσαρμογή και πιο ρεαλιστική εφαρμογή τους είναι κρίσιμη, ώστε το υδρογόνο να μπορεί να αξιοποιεί τις διακυμάνσεις της αγοράς και να συμβάλλει ουσιαστικά στη σταθερότητα του ενεργειακού συστήματος.
Μέσα σε αυτή τη νέα ευρωπαϊκή πραγματικότητα, η Ελλάδα αρχίζει να τοποθετείται πιο ουσιαστικά στον χάρτη του υδρογόνου. Τα έργα που προχωρούν συνδέονται με συγκεκριμένες ενεργειακές και βιομηχανικές ανάγκες και όχι με αφηρημένες εξαγωγικές προσδοκίες. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί το έργο NORTH 1 της Hellenic Hydrogen στη Δυτική Μακεδονία, με αρχική μονάδα ηλεκτρόλυσης 50 MW και δυνατότητα επέκτασης έως τα 200 MW. Η προβλεπόμενη παραγωγή πράσινου υδρογόνου συνδέεται άμεσα με τη μετάβαση της περιοχής στη μεταλιγνιτική εποχή και με τη σταδιακή ένταξη του υδρογόνου στο ενεργειακό σύστημα της χώρας.
Παράλληλα, η επένδυση της Motor Oil στους Αγίους Θεοδώρους, με μονάδα ηλεκτρόλυσης 50 MW και σημαντική Ευρωπαϊκή αλλά και δημόσια ενίσχυση, δείχνει πώς το υδρογόνο μπορεί να ενσωματωθεί άμεσα στη βιομηχανία, στη διύλιση και στα συνθετικά καύσιμα. Η ύπαρξη σαφών τελικών χρηστών λειτουργεί ως άγκυρα για την αγορά, μειώνοντας τον επενδυτικό κίνδυνο και επιτρέποντας τη σταδιακή ανάπτυξη χωρίς αποκλειστική εξάρτηση από επιδοτήσεις.
Στη Δυτική Μακεδονία, η ανάπτυξη δεν περιορίζεται στη βιομηχανία μεγάλης κλίμακας. Το έργο LIFE GREENH₂ORN, με συντονισμό του Δήμου Κοζάνης και του CluBE, εισάγει την έννοια της αποκεντρωμένης παραγωγής και χρήσης πράσινου υδρογόνου στις μεταφορές. Η υλοποίηση σταθμού ανεφοδιασμού υδρογόνου με επιτόπια παραγωγή μέσω ηλεκτρόλυσης από τη ΔΕΠΑ Εμπορίας στην Κοζάνη αποδεικνύει ότι η αγορά μπορεί να ξεκινήσει και σε τοπική κλίμακα, με απτές εφαρμογές και άμεσο κοινωνικό αποτύπωμα. Τέτοιου τύπου έργα λειτουργούν ως εργαστήρια πραγματικής οικονομίας, όπου δοκιμάζονται τεχνολογίες, επιχειρηματικά μοντέλα και ρυθμιστικές διαδικασίες.
Η θεσμική ωρίμανση ενισχύει αυτή τη δυναμική. Η ενεργοποίηση της Βεβαίωσης Παραγωγού Υδρογόνου από τη ΡΑΑΕΥ δημιουργεί για πρώτη φορά σαφή αδειοδοτική βάση, ενώ ο σχεδιασμός και η υλοποίηση υποδομών hydrogen ready από τον ΔΕΣΦΑ, όπως ο αγωγός άνω των 150 χιλιομέτρων στη Δυτική Μακεδονία, προετοιμάζουν το έδαφος για μελλοντική ανάπτυξη χωρίς να προϋποθέτουν άμεση μαζική ζήτηση. Πρόκειται για επενδύσεις με λογική ευελιξίας και σταδιακής ένταξης, σε πλήρη ευθυγράμμιση με τη νέα ευρωπαϊκή πρακτική.
Παρά τα παραπάνω, και παρά το γεγονός ότι σε επιχειρηματικό επίπεδο η αγορά αρχίζει να κινείται, η χώρα εξακολουθεί να στερείται ενός σαφούς και συνεκτικού εθνικού πλαισίου για το υδρογόνο. Η απουσία ολοκληρωμένης εθνικής στρατηγικής, σε συνδυασμό με την έλλειψη στοχευμένων χρηματοδοτικών μηχανισμών, δημιουργεί ασυμμετρία μεταξύ ιδιωτικής πρωτοβουλίας και δημόσιου σχεδιασμού. Δεν υπάρχει μέχρι σήμερα συγκεκριμένη πολιτική στήριξης ούτε για τις βασικές υποδομές υδρογόνου, ούτε για την ίδια την τιμή του πράσινου υδρογόνου, ούτε ακόμη για την τιμή της ηλεκτρικής ενέργειας σε εφαρμογές Power to Power. Τα συστήματα αυτά, που λειτουργούν ως μακροχρόνια αποθήκευση ενέργειας και επιστρέφουν ηλεκτρισμό στο δίκτυο σε περιόδους αυξημένης ζήτησης, θα μπορούσαν να αποτελέσουν κρίσιμο εργαλείο ενεργειακής εξισορρόπησης και ασφάλειας εφοδιασμού. Χωρίς σαφή στρατηγική κατεύθυνση και χωρίς μηχανισμούς που να αναγνωρίζουν τη συστημική αξία αυτών των εφαρμογών, ο κίνδυνος είναι η ανάπτυξη του υδρογόνου να παραμείνει αποσπασματική και εξαρτημένη από μεμονωμένες επενδύσεις, αντί να ενταχθεί σε έναν μακροπρόθεσμο εθνικό ενεργειακό σχεδιασμό.
Σε μία περιοχή που επηρεάζεται έντονα από την απολιγνιτοποίηση, το υδρογόνο αποκτά ιδιαίτερη σημασία ως μέρος ενός ευρύτερου παραγωγικού μετασχηματισμού. Σε συνδυασμό με τις ΑΠΕ, την αποθήκευση ενέργειας, τα data centers και τις νέες βιομηχανικές δραστηριότητες, συμβάλλει στη δημιουργία νέων αλυσίδων αξίας, δεξιοτήτων και βιώσιμων θέσεων εργασίας. Δεν προβάλλεται ως πανάκεια, αλλά ως ένα ακόμη εργαλείο της δίκαιης μετάβασης.
Σε αυτό το οικοσύστημα, κομβικό ρόλο διαδραματίζουν οι ενδιάμεσοι φορείς καινοτομίας. Το CluBE, Cluster Βιοοικονομίας και Περιβάλλοντος Δυτικής Μακεδονίας, λειτουργεί ως γέφυρα μεταξύ έρευνας, βιομηχανίας, τοπικής αυτοδιοίκησης και κοινωνίας των πολιτών. Υποστηρίζοντας πιλοτικά έργα υδρογόνου, ενεργειακής αποθήκευσης, κυκλικής οικονομίας και βιοοικονομίας, συμβάλλει στη μετατροπή των στρατηγικών στόχων σε εφαρμόσιμες λύσεις με τοπικό αποτύπωμα και ευρωπαϊκή προστιθέμενη αξία.
Το συμπέρασμα είναι σαφές. Η οικονομία του υδρογόνου δεν κρίνεται πλέον από το ύψος των εξαγγελιών, αλλά από τη δυνατότητα ένταξής της στο πραγματικό ενεργειακό και οικονομικό σύστημα. Η Ελλάδα, και ειδικά η Δυτική Μακεδονία, διαθέτει τις προϋποθέσεις να αξιοποιήσει αυτή τη νέα φάση μέσα από στοχευμένα έργα, σαφείς τελικούς χρήστες και συνεργασίες που μετατρέπουν την ενεργειακή μετάβαση από θεωρητικό στόχο σε λειτουργική πραγματικότητα. Το ζητούμενο δεν είναι η ταχύτητα, αλλά η σωστή κατεύθυνση.
*Ο Νικόλαος Ντάβος είναι Συνιδρυτής και Διαχειριστής του CluBE – Cluster Βιοοικονομίας και Περιβάλλοντος Δυτικής Μακεδονίας





