Κατατέθηκε στη Βουλή το νομοσχέδιο του Υπουργείου Κλιματικής Κρίσης και Πολιτικής Προστασίας, με τίτλο «Ενεργή μάχη: Ολοκληρωμένη αναμόρφωση του συστήματος πρόληψης, ετοιμότητας και απόκρισης έναντι δασικών πυρκαγιών και λοιπών φυσικών, τεχνολογικών ή ανθρωπογενών καταστροφών – Πρόβλεψη μηχανισμών άντλησης επιχειρησιακών διδαγμάτων – Ενίσχυση της Διεύθυνσης Αντιμετώπισης Εγκλημάτων Εμπρησμού – Αναβάθμιση Πυροσβεστικής Ακαδημίας – Ρυθμίσεις θεμάτων αρμοδιότητας Γενικής Γραμματείας Αποκατάστασης Καταστροφών και Κρατικής Αρωγής και λοιπές διατάξεις – Τροποποιήσεις ν. 4662/2020, ν. 4555/2018, ν. 4797/2021 και ν. 5116/2024».
Μεταξύ άλλων, σύμφωνα με την αιτιολογική έκθεση:
Ποιο ζήτημα αντιμετωπίζει η αξιολογούμενη ρύθμιση;
Ενότητα Ι
A. Οργανωτική αναδιάρθρωση του Εθνικού Μηχανισμού Διαχείρισης Κρίσεων και Αντιμετώπισης Κινδύνων και ενίσχυση της επιχειρησιακής του αποτελεσματικότητας
Οι προτεινόμενες ρυθμίσεις αποσκοπούν, πρωτίστως, στην αντιμετώπιση ορισμένων αδυναμιών που έχουν αναδειχθεί από την επιχειρησιακή εμπειρία του Εθνικού Μηχανισμού Διαχείρισης Κρίσεων και Αντιμετώπισης Κινδύνων, καθώς και στην τυποποίηση καλών πρακτικών που έχουν προκύψει από πραγματικά επιχειρησιακά συμβάντα. Στόχος είναι η ενίσχυση του συντονισμού μεταξύ όλων των φορέων που συμμετέχουν στον Εθνικό Μηχανισμό και, συνακόλουθα, η περαιτέρω βελτίωση της επιχειρησιακής του αποτελεσματικότητας στο στρατηγικό, επιχειρησιακό και τακτικό πεδίο.
Με τις ρυθμίσεις του Μέρους Β’ επιχειρείται μία ολοκληρωμένη αναμόρφωση του συστήματος πρόληψης, ετοιμότητας και απόκρισης σε δασικές πυρκαγιές και λοιπές καταστροφές. Ο Εθνικός Μηχανισμός αναδιατάσσεται με τρόπο που επιτρέπει σαφέστερο καθορισμό ρόλων και αρμοδιοτήτων, ώστε να αρθούν όσα φαινόμενα κατακερματισμού, επικαλύψεων και ασάφειας είχαν εντοπισθεί στην επιχειρησιακή πραγματικότητα και κάποιες φορές οδηγούσαν σε καθυστερήσεις ή δυσχέρειες στη διοίκηση των συμβάντων.
Το σχέδιο νόμου αντιμετωπίζει αυτά τα κενά προβλέποντας ενιαίους επιχειρησιακούς κανόνες και δομές, συμβατές με τις βασικές αρχές του Συστήματος Διοίκησης Συμβάντων (Incident Command System – ICS):
α) Εισάγονται η οργανωτική λογική και τα επιχειρησιακά πρότυπα του Συστήματος Διοίκησης Συμβάντων (ICS), ως κοινού υποβάθρου σχεδιασμού και δράσης για όλα τα σχέδια, εργαλεία και τις επιχειρησιακές λειτουργίες του Εθνικού Μηχανισμού (άρθρο 13 του σχεδίου νόμου, νέο άρθρο 9Γ ν. 4662/2020, Α’ 27). Το ICS, ως διεθνώς αναγνωρισμένο μοντέλο διοίκησης (βλ. ΗΠΑ, Καναδά) διαχείρισης φυσικών, τεχνολογικών και ανθρωπογενών καταστροφών, καθώς και εκτάκτων αναγκών, θεμελιώνεται σε ενιαία επιχειρησιακή γλώσσα, σαφή ιεραρχία, ενοποιημένο συντονισμό και δυνατότητα κλιμάκωσης των πόρων, επιτρέποντας τη συγκρότηση ενιαίας επιχειρησιακής εικόνας και τη λήψη αποφάσεων σε στρατηγικό, επιχειρησιακό και τακτικό επίπεδο. Στο πλαίσιο αυτό, οι Κανόνες Εμπλοκής (άρθρο 12 του σχεδίου νόμου, νέο άρθρο 9Β του ν. 4662/2020), τα Γενικά Σχέδια Αντιμετώπισης Εκτάκτων Αναγκών (άρθρο 23 του ν. 4662/2020), η λειτουργία του Εθνικού Μηχανισμού και τα επιχειρησιακά σχέδια του Πυροσβεστικού Σώματος (Π.Σ.) λειτουργούν συμπληρωματικά, σε πλήρη λειτουργική αρμονία και σε κοινή βάση δομής και διαδικασιών, σύμφωνα με τις αρχές του ICS. Παράλληλα, θεσμοθετείται ένα ενιαίο πλαίσιο τακτικής διοίκησης συμβάντων. Συγκεκριμένα, προβλέπεται η δυνατότητα συγκρότησης στοιχείων τακτικής διοίκησης συμβάντων πλησίον του πεδίου επιχειρήσεων, τα οποία λειτουργούν ως κόμβοι συντονισμού, άμεσης ανταλλαγής κρίσιμων πληροφοριών, διαλειτουργικής επικοινωνίας και διαμόρφωσης κοινής επιχειρησιακής εικόνας μεταξύ όλων των εμπλεκόμενων φορέων. Για τη λειτουργία τους δύνανται να αξιοποιούνται και τα Κινητά Επιχειρησιακά Κέντρα (staging area), εξασφαλίζοντας ασφαλή χωροθέτηση, πρόσβαση και επιχειρησιακή διαλειτουργικότητα.
Τέλος, για τη διασφάλιση ενιαίων διαδικασιών κοινής δράσης συγκροτείται τριμελής επιτροπή των Αρχηγών της Ελληνικής Αστυνομίας (ΕΛ.ΑΣ.), Π.Σ. και Λιμενικού Σώματος (Λ.Σ.–ΕΛ.ΑΚΤ.), με αποστολή τη σύνταξη Σχεδίων Κοινής Επιχειρησιακής Δράσης, στα οποία καθορίζονται τα πρωτόκολλα συνεργασίας, τα κριτήρια ενεργοποίησης και απεμπλοκής, καθώς και οι απαιτήσεις διαλειτουργικότητας και ανταλλαγής πληροφοριών σε κάθε είδους φυσική, τεχνολογική ή ανθρωπογενή καταστροφή, έκτακτη ανάγκη ή άλλα ατυχήματα.
β) Προβλέπεται (άρθρο 16 του σχεδίου νόμου, αντικατάσταση του άρθρου 17 του ν. 4662/2020) η χωρική λειτουργία των δεκατριών (13) Επιχειρησιακών Κέντρων Συμβάντων (Ε.Κ.Σ.) σε κάθε Περιφερειακό Κέντρο Επιχειρήσεων των Περιφερειακών Πυροσβεστικών Διοικήσεων (ΠΕ.ΠΥ.Δ.), διασυνδεδεμένων επιχειρησιακά με το Εθνικό Συντονιστικό Κέντρο Επιχειρήσεων και Διαχείρισης Κρίσεων (Ε.Σ.Κ.Ε.ΔΙ.Κ.), και με σκοπό τη «διάχυση» μιας ενιαίας επιχειρησιακής εικόνας από και προς τα Συντονιστικά Όργανα Πολιτικής Προστασίας (Σ.Ο.Π.Π.), τα Περιφερειακά Επιχειρησιακά Συντονιστικά Όργανα Πολιτικής Προστασίας (Π.Ε.Σ.Ο.Π.Π.) και τα Τοπικά Επιχειρησιακά Συντονιστικά Όργανα Πολιτικής Προστασίας (Τ.Ε.Σ.Ο.Π.Π.), αλλά και τις λοιπές αποκεντρωμένες και αυτοδιοικητικές δομές. Η εν λόγω ρύθμιση εξασφαλίζειτην ενιαία εικόνα και αποτύπωση της επιχειρησιακής κατάστασης και την ταχύτερη λήψη αποφάσεων σε μια κρίση, ελαχιστοποιώντας τις πληροφοριακές ασυμβατότητες και την εσφαλμένη ή συγκεχυμένη πληροφόρηση στις κρίσιμες πρώτες ώρες.
γ) Παράλληλα, εισάγονται τυποποιημένα πρωτόκολλα και Κανόνες Εμπλοκής (Rules of Engagement) του Πυροσβεστικού Σώματος (Π.Σ.) (άρθρο 12 του σχεδίου νόμου, νέο άρθρο 9Β ν. 4662/2020), οι οποίοι καθορίζουν σαφές πλαίσιο διοίκησης, διαδικασίες κινητοποίησης και επίπεδα εντολών για όλο το προσωπικό. Η θεσμοθέτηση κοινής επιχειρησιακής γλώσσας και διαδικασιών ανταποκρίνεται σε διεθνείς καλές πρακτικές (βλ. παραπάνω την εισαγωγή του ΙCS) και έχει αποδειχθεί ως το κρισιμότερο εργαλείο για την προστασία της ανθρώπινης ζωής, αλλά και της ιδιοκτησίας των πολιτών.
Η αρχιτεκτονική αυτή επιτρέπει τη συνεχή και αμφίδρομη ροή πληροφοριών ανάμεσα στο στρατηγικό επίπεδο (Ε.Σ.Κ.Ε.ΔΙ.Κ.), το επιχειρησιακό επίπεδο (Ε.Κ.Σ. ανά Περιφερειακή Ενότητα) και το τακτικό επίπεδο (συστήματα – στοιχεία διοίκησης στο πεδίο). Έτσι διαμορφώνεται ενιαία επιχειρησιακή εικόνα σε πραγματικό χρόνο, ώστε αποφάσεις, εντολές και δράσεις να ευθυγραμμίζονται στον ίδιο κύκλο διοίκησης και να αποφεύγονται αποκλίσεις, καθυστερήσεις ή παράλληλες ροές πληροφόρησης. Το αποτέλεσμα είναι ταχύτερη, συνεκτική και ακριβέστερη διαχείριση των δυνάμεων σε κάθε στάδιο του συμβάντος.
δ) Παράλληλα, η οργανωτική αναδιάρθρωση επεκτείνεται στις δομές του πρώτου και δεύτερου βαθμού αυτοδιοίκησης:
– Ενισχύεται ο θεσμικός άξονας πολυεπίπεδης συνεργασίας του Εθνικού Μηχανισμού (άρθρο 4 του σχεδίου νόμου με το οποίο τροποποιείται το άρθρο 5 του ν. 4662/2020), με την εισαγωγή της αρχής της πολυεπίπεδης συνεργασίας μεταξύ κεντρικού κράτους, Περιφερειών και Δήμων, ως οργανωτικής βάσης της επιχειρησιακής λειτουργίας. Παράλληλα, ενισχύονται οι οριζόντιες αρχές λειτουργίας του Μηχανισμού, μέσω της υποστήριξης της διαλειτουργικότητας, η οποία ανατίθεται διοικητικά στο Αυτοτελές Τμήμα Συνεργασίας με Ο.Τ.Α. α’ και β’ βαθμού της Γενικής Γραμματείας Πολιτικής Προστασίας. Επιπλέον, συγκροτείται Ομάδα Παρακολούθησης της Εφαρμογής Μέτρων Πολιτικής Προστασίας των Ο.Τ.Α. α’ και β’ βαθμού, με σκοπό την αποτίμηση της εφαρμογής, την ανάδειξη καλών πρακτικών, την υποβολή προτάσεων βελτίωσης και τη λειτουργική υποστήριξη της διαλειτουργικότητας. Τέλος, προβλέπεται η έκδοση προεδρικού διατάγματος που εξειδικεύει επιχειρησιακά πρωτόκολλα συνεργασίας/κλιμάκωσης, ανταλλαγής πληροφοριών και ενιαίας επιχειρησιακής εικόνας, καθώς και τη διασύνδεση των Περιφερειακών και Τοπικών Κέντρων Διαχείρισης Κινδύνων με τα επιχειρησιακά κέντρα, τα μητρώα και τις ψηφιακές πλατφόρμες του Υπουργείου, διασφαλίζοντας έτσι ενιαία λειτουργική «γλώσσα» του Μηχανισμού σε όλα τα επίπεδα.
– Ενισχύονται και αναμορφώνονται οι Αυτοτελείς Διευθύνσεις Πολιτικής Προστασίας των Περιφερειών (άρθρο 17 του σχεδίου νόμου με το οποίο τροποποιείται το άρθρο 20 του ν. 4662/2020), με τη ρητή πρόβλεψη στελέχωσής τους από τακτικό προσωπικό όλων των κλάδων και ειδικοτήτων (δηλαδή ΠΕ, ΤΕ, ΔΕ ή ΥΕ), το οποίο μπορεί να προέρχεται και από υπαλλήλους που υπηρετούν με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, και το οποίο διαθέτει κατά προτίμηση συναφή εκπαίδευση και εμπειρία σε επιστημονικά αντικείμενα σχετικά με τα καθήκοντα πολιτικής προστασίας. Παράλληλα, καθιερώνεται υποχρεωτική επιμόρφωση όχι μόνο για τον προϊστάμενο και το προσωπικό της Αυτοτελούς Διεύθυνσης, αλλά και για άλλες κατηγορίες προσωπικού με συναφές έργο (π.χ. οδηγοί–χειριστές μηχανημάτων), μέσω της Ακαδημίας Πολιτικής Προστασίας και του Κέντρου Εκπαίδευσης Π.Σ., ενώ προβλέπεται η δυνατότητα διοικητικής και επιστημονικής υποστήριξης των Αυτοτελών Διευθύνσεων σε περίπτωση μη επαρκούς στελέχωσής τους. Επιπλέον, ενισχύεται η ευθύνη συστηματικής επικαιροποίησης των Περιφερειακών Σχεδίων Αντιμετώπισης Εκτάκτων Αναγκών ανά διετία, ώστε αυτά να αντανακλούν τις πραγματικές και μεταβαλλόμενες συνθήκες κινδύνου.
Παράλληλα, ενισχύεται ο μηχανισμός επιχειρησιακής διαθεσιμότητας πόρων: οι Αυτοτελείς Διευθύνσεις τηρούν και κοινοποιούν καταστάσεις διαθέσιμου ανθρώπινου δυναμικού και μέσων (λαμβάνοντας υπόψη και τα σχετικά μητρώα), χωρίς αυτό να συνεπάγεται αυτοδίκαιη δέσμευση/κινητοποίηση, ενώ κατοχυρώνεται ρητά ότι –ακόμη και σε αιτήματα συνδρομής (π.χ. Red Code)– διασφαλίζεται η παραμονή ελάχιστου αναγκαίου αριθμού μέσων και προσωπικού στην Περιφέρεια/Π.Ε. για κάλυψη βασικών αναγκών και ετοιμότητας. Επιπλέον, εισάγεται υποχρέωση καταχώρισης και καθημερινής επικαιροποίησης της επιχειρησιακής διαθεσιμότητας στο «Σύστημα Διαχείρισης Στόλου Οχημάτων GPS Π.Σ., οχημάτων Πολιτικής Προστασίας Περιφερειών και Δήμων», με αντίστοιχες δικλείδες μη αυτοδίκαιης δέσμευσης, και ρητή πρόβλεψη ότι τα μέσα μπορούν να διατίθενται εκτός Περιφέρειας κατόπιν εντολής Περιφερειάρχη, υπό το πλαίσιο των κανόνων ετοιμότητας.
Τέλος, εισάγεται μία κομβική θεσμική και επιχειρησιακή καινοτομία: η δυνατότητα σύστασης Περιφερειακού Κέντρου Διαχείρισης Κινδύνων (σε επίπεδο Περιφέρειας ή Περιφερειακής Ενότητας), εντός της Αυτοτελούς Διεύθυνσης, με προϋπόθεση εξασφαλισμένης χρηματοδότησης (τακτικός προϋπολογισμός, ίδιοι πόροι, άλλα χρηματοδοτικά εργαλεία). Προσδιορίζεται σαφώς ο σκοπός του (υποστήριξη ολοκληρωμένου σχεδιασμού, πρόληψης, ετοιμότητας και επιχειρησιακής απόκρισης, και κυρίως ενίσχυση συντονισμού και διαλειτουργικότητας μεταξύ Περιφέρειας– Δήμων–κεντρικού κράτους), οι βασικές προδιαγραφές (κατάλληλοι και προσβάσιμοι χώροι, τηλεπικοινωνιακή/πληροφοριακή/υλικοτεχνική υποδομή, αδιάλειπτη λειτουργία), καθώς και η υποχρεωτική διαλειτουργικότητα με μητρώα/πλατφόρμες του Υπουργείου, με Ε.Σ.ΚΕ.ΔΙ.Κ., με τα Επιχειρησιακά Κέντρα Συμβάντων και με τα Τοπικά Κέντρα Διαχείρισης Κινδύνων των Δήμων, για συνεχή και αμφίδρομη ανταλλαγή πληροφοριών.
– Αντιστοίχως, κατά τον ίδιο τρόπο αναμορφώνονται τα Αυτοτελή Τμήματα Πολιτικής Προστασίας των Δήμων (άρθρο 18 του σχεδίου νόμου με το οποίο τροποποιείται το άρθρο 21 του ν. 4662/2020). Ωστόσο, εισάγονται ορισμένες διαφοροποιήσεις σε σχέση με τις Αυτοτελείς Διευθύνσεις των Περιφερειών, λόγω της σημασίας που έχει, για την αποτελεσματική εφαρμογή του Εθνικού Μηχανισμού, η άσκηση αρμοδιοτήτων πολιτικής προστασίας από τους Οργανισμούς Τοπικής Αυτοδιοίκησης (Ο.Τ.Α.) α΄ βαθμού.
Συγκεκριμένα, οι Ο.Τ.Α. α΄ βαθμού «εξοπλίζονται» με δύο νέα εργαλεία:
α) τα Διαδημοτικά Σχέδια Δράσης, τα οποία επιτρέπουν την από κοινού διαχείριση κινδύνων που υπερβαίνουν τα όρια ενός Δήμου, όπως κατά μήκος ορεινών όγκων, παράκτιων ζωνών ή διασυνδεδεμένων οικοσυστημάτων, και
β) τα Τοπικά Κέντρα Διαχείρισης Κινδύνων, τα οποία μπορούν να συσταθούν εντός των Αυτοτελών Τμημάτων Πολιτικής Προστασίας, με σκοπό την οργανωμένη πρόληψη, ετοιμότητα και απόκριση έναντι δασικών πυρκαγιών και λοιπών καταστροφών και τη λειτουργική τους διασύνδεση με τα επιχειρησιακά κέντρα του Π.Σ..
– Απλοποιείται και εξορθολογίζεται η σύνθεση των αποκεντρωμένων συντονιστικών οργάνων (Π.Ε.Σ.Ο.Π.Π. και Τ.Ε.Σ.Ο.Π.Π.) (άρθρα 14 και 15 του σχεδίου νόμου με τα οποία τροποποιούνται τα άρθρα 13 και 15 του ν. 4662/2020), καθώς αναγνωρίζεται ότι η επιχειρησιακή αποτελεσματικότητα σε κρίση προϋποθέτει μικρό, μόνιμο επιχειρησιακό πυρήνα με δικαιώματα γνώμης και ψήφου, ώστε να λαμβάνονται έγκαιρα και δεσμευτικά οι κρίσιμες αποφάσεις, και παράλληλα ένα ευέλικτο σχήμα συμμετοχής «ανά περίπτωση», ώστε να προσκαλούνται ειδικοί, υπηρεσίες και φορείς ανάλογα με το είδος του κινδύνου και τη φάση διαχείρισής του. Η αναγκαιότητα αυτής της μεταρρύθμισης επιβεβαιώθηκε τόσο από τα συμπεράσματα της άσκησης «Μίνωας», όσο και από προσομοιώσεις κινδύνου σε τοπικό επίπεδο (ενδεικτικά στον Δήμο Βάρης–Βούλας–Βουλιαγμένης), όπου επισημάνθηκε ότι η σύγκληση και συνεδρίαση των οργάνων με την ισχύουσα σύνθεση και τις διαδικασίες του ν. 4662/2020 ήταν πρακτικά δυσχερής έως ανέφικτη ακόμη και σε «εργαστηριακές» συνθήκες.
– Θεσπίζεται ειδικό πλαίσιο ενίσχυσης ανθρώπινου δυναμικού των Ο.Τ.Α. α’ και β’ βαθμού για την πολιτική προστασία (άρθρο 19 του σχεδίου νόμου με το οποίο προστίθεται άρθρο 21Α στον ν. 4662/2020), με δυνατότητα απόσπασης έως τριακοσίων πενήντα υπαλλήλων (κατηγορίες ΠΕ/ΤΕ) από το Υπουργείο Κλιματικής Κρίσης και Πολιτικής Προστασίας προς τις Αυτοτελείς Διευθύνσεις και τα Αυτοτελή Τμήματα Πολιτικής Προστασίας των Δήμων και των Περιφερειών, με εξειδίκευση σε αντικείμενα εκτίμησης-διαχείρισης κινδύνων, φυσικών καταστροφών, περιβαλλοντικών επιστημών, επιστημών μηχανικού, γεωεπιστημών, διοίκησης κρίσεων, οικονομικών και πληροφορικής ή συναφών πεδίων.
– Αναμορφώνεται η διαδικασία κατάρτισης και επικαιροποίησης των Γενικών Σχεδίων (άρθρο 21 προτεινόμενης ρύθμισης, τροποποιούμενο άρθρο 23 ν. 4662/2020) προς ένα επιστημονικά τεκμηριωμένο, διαλειτουργικό και «ελέγξιμο στην πράξη» σύστημα σχεδιασμού, με έμφαση σε τεκμηρίωση διακινδύνευσης. Ειδικότερα, τα Γενικά Σχέδια Αντιμετώπισης Εκτάκτων Αναγκών και Διαχείρισης Συνεπειών σε κεντρικό επίπεδο παύουν να λειτουργούν ως απλές κατευθύνσεις και θεμελιώνονται ρητά σε επιστημονικά δεδομένα (εκτίμηση κινδύνων, τρωτότητα/διακινδύνευση), συνδέονται λειτουργικά με την Εθνική Βάση Δεδομένων, και κατευθύνονται προς απλούστερη, πρακτική και ευσύνοπτη μορφή (με στόχο να αποφευχθούν δυσνόητα «εγχειρίδια» μεγάλης έκτασης, όπως τα υφιστάμενα σχέδια). Παράλληλα, εισάγεται πλέγμα οριζόντιας εναρμόνισης με συναφή σχέδια και στρατηγικές (αστική ανθεκτικότητα, πλημμύρες, δάση/πυρκαγιές, χωρικός σχεδιασμός, κρίσιμες οντότητες, δημόσια υγεία). Επιπλέον, προβλέπεται προσαρμογή των Γενικών Σχεδίων και κατ’ επέκταση των τοπικών και περιφερειακών, στις ιδιαιτερότητες νησιωτικών, ορεινών, παραμεθόριων, μικρών και μητροπολιτικών περιοχών, ενώ κατοχυρώνεται ότι ο περιφερειακός σχεδιασμός λαμβάνει υποχρεωτικά υπόψη το τοπικό επίπεδο, με ρητή υποχρέωση διαβίβασης των Τοπικών Σχεδίων και των επικαιροποιήσεών τους προς τις Περιφέρειες, ώστε να αποφεύγεται «ασυμμετρία» σχεδιασμού και να διασφαλίζεται θεσμική ροή πληροφορίας από κάτω προς τα πάνω. Ταυτόχρονα, θεσπίζεται μηχανισμός επιστημονικής υποστήριξης (μεθοδολογίες, δείκτες, χάρτες, κριτήρια προτεραιοποίησης) μέσω συνεργασίας της Γενικής Γραμματείας Πολιτικής Προστασίας με Α.Ε.Ι./ερευνητικούς φορείς, αλλά και με τα επιστημονικά όργανα της Κ.Ε.Δ.Ε. και της ΕΝ.Π.Ε., επιτρέποντας τυποποίηση δεδομένων και υποβολή στοιχείων μέσω ψηφιακών εργαλείων/Εθνικής Βάσης, ώστε να μειώνεται η τριβή και να μην δημιουργούνται παράλληλα, ασύνδετα «πακέτα μελετών».
Τέλος, εισάγονται σαφείς μοχλοί συμμόρφωσης και χρηστής διαχείρισης: στην επιχορήγηση Ο.Τ.Α. για αποκατάσταση λαμβάνεται υπόψη ο βαθμός συμμόρφωσης προς τα Γενικά (και τα Ειδικά) Σχέδια Πρόληψης, οι πόροι πολιτικής προστασίας από εθνικά/ευρωπαϊκά εργαλεία δεσμεύονται αποκλειστικά για πρόληψη–ετοιμότητα– απόκριση–αποκατάσταση, προβλέπεται περιοδικότητα αναθεώρησης (έως δεκαετία) και συχνότερη επικαιροποίηση προτύπων/οδηγιών (ανά διετία).
ε) Ιδιαίτερη σημασία έχει η εισαγωγή νέων ψηφιακών και διαλειτουργικών εργαλείων:
– Με το νέο άρθρο 36Α του ν. 4662/2020 (άρθρο 26 του σχεδίου νόμου) συστήνεται Μητρώο Στοιχείων και Επικοινωνίας του Εθνικού Μηχανισμού στο Ε.Σ.Κ.Ε.ΔΙ.Κ., το οποίο επιτρέπει πλήρη, επικαιροποιημένη χαρτογράφηση των κρίσιμων προσώπων, φορέων και οργανώσεων που εμπλέκονται στη διαχείριση κρίσεων. Η συγκεντρωτική αυτή υποδομή αντιμετωπίζει οριστικά το πρόβλημα της αποσπασματικής, ανομοιογενούς και συχνά παρωχημένης βάσης επικοινωνίας που ορισμένες φορές εμπόδιζε την αποτελεσματική κινητοποίηση σε πραγματικό χρόνο.
– Επιπλέον, θεσμοθετείται η υποχρεωτική καταχώριση και καθημερινή επικαιροποίηση της επιχειρησιακής διαθεσιμότητας των οχημάτων πολιτικής προστασίας των Δήμων στο «Σύστημα Διαχείρισης Στόλου Οχημάτων GPS», ενισχύοντας τον επιχειρησιακό συντονισμό με το Π.Σ. και την αποτελεσματική αξιοποίηση των διαθέσιμων μέσων (άρθρα 17 και 18 του σχεδίου νόμου, παρ. 3 των άρθρων 20 και 21 του ν. 4662/2020). Η επιλογή αυτή διαπνέεται από διαφάνεια, λογοδοσία και τεκμηριωμένη κατανομή πόρων και επιτρέπει στους πολίτες να γνωρίζουν ότι τα μέσα που αποκτήθηκαν με δημόσιο χρήμα χρησιμοποιούνται ορθολογικά και ελέγχονται επιχειρησιακά.
Σημειώνεται ότι το σύνολο των ανωτέρω έχει υπάρξει μέρος των πρωτοβουλιών του Ινστιτούτου Τοπικής Αυτοδιοίκησης της Κεντρικής Ένωσης Δήμων Ελλάδος, του Δήμου Βάρης – Βούλας – Βουλιαγμένης, αλλά και του Ελληνικού Δικτύου Ανθεκτικών Πόλεων, τα οποία λειτουργούν εν προκειμένω ως βέλτιστο παράδειγμα για την υιοθέτηση των σχετικών πρωτοβουλιών.
Συνολικά, με τις αξιολογούμενες ρυθμίσεις προβλέπεται η λειτουργία ενός επιτελικού, οργανωτικά συνεκτικού και λειτουργικά ευέλικτου μηχανισμού, όπου ο Γενικός Γραμματέας Πολιτικής Προστασίας θα εποπτεύει δομές, όπως, ιδίως, το Π.Σ., με σαφείς γραμμές ιεραρχίας και διαλειτουργικότητα, και πολυεπίπεδη συνεργασία, ενώ παράλληλα δύναται να ενεργοποιείται ένα Μητρώο Επικουρικών Δυνάμεων (εθελοντές, ιδιωτικοί πόροι κ.ά.), αντίστοιχο μ’ αυτό του Γαλλικού Δασικού Κώδικα (άρθρο 6 του σχεδίου νόμου, με το οποίο τροποποιείται το άρθρο 7 του ν. 4662/2020), με στόχο την άμεση ενίσχυση σε έκτακτες ανάγκες.
Οι αλλαγές αυτές στοχεύουν στη θεραπεία των διαπιστωθεισών στην πράξη και στο πεδίο επιχειρησιακών αρρυθμιών, όπως ο κατακερματισμός, η εν μέρει ασάφεια ελέγχου και η προσωποκεντρική διοίκηση. Η μετατόπιση προς μια «κουλτούρα θεσμού» αντί «κουλτούρας προσώπου» διασφαλίζει ότι οι διαδικασίες λειτουργούν ανεξαρτήτως του εκάστοτε προσώπου, εξαλείφοντας φαινόμενα υπέρμετρης εξάρτησης της αποτελεσματικότητας από την πρωτοβουλία και τις ατομικές ενέργειες συγκεκριμένων προσώπων.
Έτσι, μέσω της οργανωτικής αναδιάρθρωσης του Εθνικού Μηχανισμού, οι προωθούμενες ρυθμίσεις βελτιώνουν την επιχειρησιακή αποτελεσματικότητα, αποσκοπώντας στην ακόμη ταχύτερη ανταπόκριση στα συμβάντα, στην παγίωση μιας ενιαίας και συγκεκριμένης «διοίκησης στο πεδίο» και στον καλύτερο συντονισμό μεταξύ των εμπλεκόμενων φορέων. Η συγκριτική εμπειρία και οι παραδεκτές επιστημονικές προσεγγίσεις (π.χ. το δόγμα Comprehensive Security διεθνώς) αναδεικνύουν ακριβώς αυτήν την ανάγκη της ολοκληρωμένης προσέγγισης, δυνάμει της οποίας όλοι οι τομείς και τα επίπεδα συνεργάζονται σε έναν «κοινό γνωσιακό χώρο» για τη διαχείριση και την αντιμετώπιση της κρίσης.
Η Ελλάδα, εκτεθειμένη σε πολλαπλούς φυσικούς κινδύνους, αποκτά έτσι έναν σύγχρονο, ενιαίο Εθνικό Μηχανισμό που λειτουργεί με λογική «πολυ-κινδύνου»: συνδυάζει πρόληψη, ετοιμότητα, απόκριση και αποκατάσταση σε έναν συνεκτικό κύκλο. Ο μηχανισμός αυτός βασίζεται σε διαλειτουργικά κέντρα επιχειρήσεων, κοινά πρωτόκολλα και ενιαία αλυσίδα διοίκησης, ώστε οι αποφάσεις να λαμβάνονται γρήγορα και με τα ίδια κριτήρια ανά κατηγορία συμβάντος.
…………..
Γ. Ολοκληρωμένη οργάνωση πρόληψης δασικών πυρκαγιών, διαχείρισης και καταστολής κινδύνων
Η προωθούμενη νομοθετική πρωτοβουλία ενισχύει σημαντικά τη συνεκτική και στοχοθετημένη προληπτική διαχείριση του κινδύνου δασικών πυρκαγιών, αξιοποιώντας την πρόοδο που έχει συντελεστεί τα τελευταία χρόνια. Η Ελλάδα έχει ήδη κάνει ουσιαστικά βήματα προς την κατεύθυνση της πρόληψης, ιδίως με τον ν. 4662/2020, με τον οποίο εισήχθη για πρώτη φορά ο πλήρης κύκλος διαχείρισης κινδύνων, και με τον ν. 5214/2025 (Α’ 109), που καθιέρωσε τον νέο Εθνικό Χάρτη Εκτίμησης Κινδύνου Δασικών Πυρκαγιών.
Η νέα πρωτοβουλία έρχεται να συμπληρώσει και να συστηματοποιήσει αυτά τα εργαλεία, διαμορφώνοντας ένα ολοκληρωμένο πλαίσιο πρόληψης, ετοιμότητας και στοχοθεσίας. Μέσα από τα μέτρα των Μερών Β’ και Δ’ ενισχύονται η προληπτική διαχείριση της καύσιμης ύλης, η ανάλυση τρωτότητας και ο επιχειρησιακός σχεδιασμός, σε πλήρη ευθυγράμμιση με σύγχρονες διεθνείς πρακτικές. Έτσι διαμορφώνεται μια συνεκτική, πιο ώριμη και αποτελεσματική προσέγγιση για την προστασία των δασικών οικοσυστημάτων. Συγκεκριμένα:
α) Εισάγεται η «Υποεπιτροπή Εκτίμησης Πλημμυρικού Κινδύνου» (άρθρο 7 του σχεδίου νόμου, με το οποίο προστίθεται νέο άρθρο 7Β στον ν. 4662/2020), η οποία λειτουργεί ως εξειδικευμένο επιστημονικό όργανο πρόγνωσης, αξιολόγησης και υποστήριξης λήψης αποφάσεων σε έναν από τους ταχύτερα εντεινόμενους κινδύνους εξαιτίας της κλιματικής κρίσης, τις πλημμύρες.
β) Προβλέπονται Ειδικά Σχέδια Πρόληψης Πυρκαγιών (άρθρο 22 του σχεδίου νόμου, με το οποίο προστίθεται άρθρο 23Α στον ν. 4662/2020), σε όλα τα επίπεδα (εθνικό με τη μορφή κατευθυντήριων οδηγιών, περιφερειακό και τοπικό), ώστε κάθε περιοχή υψηλού κινδύνου να έχει απολύτως συγκεκριμένο σχεδιασμό προληπτικών παρεμβάσεων. Αυτό θεραπεύει την έως τώρα αποσπασματική αντιμετώπιση και πλέον η πρόληψη εντάσσεται συστηματικά στον κύκλο διαχείρισης.
γ) Θεσμοθετείται η προδιαγεγραμμένη καύση (άρθρα 36 έως 38 του σχεδίου νόμου) και ορίζεται νομικά για πρώτη φορά ως η «προγραμματισμένη και ελεγχόμενη χρήση φωτιάς» υπό συγκεκριμένες προϋποθέσεις, ως εργαλείο διαχείρισης δασικής καύσιμης ύλης και πρόληψης πυρκαγιών. Η ρύθμιση αυτή θεωρείται καινοτομία για τα ελληνικά δεδομένα, μολονότι επιχειρήθηκε η αρχική εφαρμογή της αποσπασματικά και ανεπιτυχώς κατά τη δεκαετία 1980 – 1990, καθώς αναγνωρίζει επίσημα τη φωτιά ως μέσο πρόληψης, κάτι που σε άλλες χώρες του Ευρωπαϊκού Νότου εφαρμόζεται ήδη επί χρόνια. Π.χ. στην Ιταλία, υπάρχουν νομοθετικό πλαίσιο και περιφερειακές πολιτικές που ρητά επιτρέπουν την προδιαγεγραμμένη καύση ως μέσο δασοπροστασίας, με στενή συνεργασία δασικών και πυροσβεστικών υπηρεσιών. Αντίστοιχα, η Πορτογαλία και η Γαλλία έχουν αναπτύξει συστήματα επαγγελματικής πιστοποίησης για τη χρήση φωτιάς σε ελεγχόμενες καύσεις. Η Ελλάδα μέχρι τώρα είχε ελάχιστα μόνο πειραματικά εγχειρήματα προδιαγεγραμμένων καύσεων σε μικρή κλίμακα.
δ) Κατοχυρώνεται η ελεγχόμενη βόσκηση σε κρίσιμες δασικές ζώνες (άρθρο 40 του σχεδίου νόμου) ως ειδικό μέτρο πρόληψης, προβλέποντας την ένταξη της μεθόδου στα διαχειριστικά σχέδια βόσκησης και τη δυνατότητα επέκτασής της και σε περιοχές που σήμερα δεν βόσκονται. Η ελεγχόμενη βόσκηση, δηλαδή η κατευθυνόμενη διαχείριση ζωικού κεφαλαίου για μείωση καύσιμης ύλης, συνιστά παραδοσιακό μέτρο σε μεσογειακά οικοσυστήματα, που πλέον επανέρχεται ως πρακτική «αναζωογόνησης του αγροτοδασικού τοπίου» σε περιοχές της Ιταλίας, της Ισπανίας και της Πορτογαλίας. Με τη ρύθμιση, αυτό το μέτρο γίνεται οργανικό μέρος της πρόληψης στην Ελλάδα, αξιοποιώντας τη φυσική βόσκηση για τη δημιουργία φυσικών αντιπυρικών ζωνών.
ε) Τροποποιούνται οι διατάξεις για τους υποχρεωτικούς καθαρισμούς οικοπέδων και λοιπών ακάλυπτων χώρων (άρθρα 41, 43 και 44 του σχεδίου νόμου, με τα οποία αντικαθίσταται το άρθρο 53Α, τροποποιείται το άρθρο 53Β και προστίθεται νέο άρθρο 53ΙΔ στον ν. 4662/2020, αντιστοίχως). Οι νέες ρυθμίσεις ενισχύουν το πλαίσιο πρόληψης, μέσω της αναμόρφωσης των υποχρεωτικών καθαρισμών οικοπέδων (άρθρα 53Α και 53ΙΔ ν. 4662/2020), αντιμετωπίζοντας ορισμένες παθογένειες, που διαπιστώθηκαν κατά την πρώτη εφαρμογή του εν λόγω πλαισίου, όπως ασαφείς αρμοδιότητες, αδυναμία εντοπισμού ιδιοκτητών και ελλιπή παρακολούθηση συμμόρφωσης. Θεσπίζονται σαφές ετήσιο χρονοδιάγραμμα, καθετοποίηση ρόλων (Δήμοι – Π.Σ. – Γ.Γ.Π.Π.) και ενίσχυση του Εθνικού Μητρώου Τήρησης Μέτρων Προληπτικής Πυροπροστασίας.
στ) Αναδιαρθρώνεται και εκσυγχρονίζεται η Εθνική Βάση Δεδομένων Κινδύνων, Απειλών και Απωλειών Καταστροφών (άρθρο 20 του σχεδίου νόμου με το οποίο αντικαθίσταται το άρθρο 22 του ν. 4662/2020), προκειμένου να αποτελέσει ένα ολοκληρωμένο πληροφοριακό σύστημα που συγκεντρώνει στοιχεία για όλους τους κινδύνους, τις καταστροφές και τις απώλειες σε ζωές, σε υποδομές και στο περιβάλλον, υποστηρίζοντας με τεκμηριωμένα δεδομένα τον σχεδιασμό πολιτικών πρόληψης και απόκρισης. Προς τούτο, αξιοποιούνται σύγχρονες τεχνολογίες (GCloud, διαλειτουργικότητα με άλλα μητρώα, γεωχωρική αποτύπωση, δεδομένα αισθητήρων/δορυφόρων, μοντέλα τεχνητής νοημοσύνης), έτσι ώστε η πολιτική προστασία να μεταβεί στην «εποχή δεδομένων». Η Εθνική Βάση Δεδομένων συνιστά μια αναγκαία υποδομή που υποστηρίζει την τεκμηριωμένη λήψη απόφασης (evidence-based decision making) σε πραγματικό χρόνο, καθώς μέσω αυτής μπορούν να παραχθούν κρίσιμα στοιχεία όπως π.χ. δυναμικοί χάρτες επικινδυνότητας, να καταγραφούν ιστορικά συμβάντα και να βελτιστοποιηθεί κατά τούτο η χρήση των πόρων. Πρόκειται για μια κρίσιμη πρωτοβουλία, καθόσον όλοι οι αρμόδιοι φορείς υποχρεούνται να τροφοδοτούν τη βάση με στοιχεία, δημιουργώντας έναν κοινό κόμβο πληροφορίας που τροφοδοτείται συνεχώς. Αυτό όχι μόνο ενισχύει την πρόληψη (π.χ. μέσω στοχευμένων δράσεων σε περιοχές που τα δεδομένα δείχνουν υψηλό κίνδυνο), αλλά βελτιώνει και την επικοινωνία κινδύνου προς το κοινό, και τη διαλειτουργικότητα – διατομεακότητα του κρατικού μηχανισμού εν συνόλω, καθώς προβλέπεται ότι η Εθνική Βάση Δεδομένων διαλειτουργεί με το Μητρώο Κρίσιμων Οντοτήτων του ν. 5236/2025 (Α’ 175) και το Μητρώο Οντοτήτων του ν. 5160/2024 (Α’ 195).
Με αυτές τις ρυθμίσεις, η Ελλάδα θωρακίζει θεσμικά την πρόληψη. Τα οφέλη αναμένονται πολυεπίπεδα. Μεσοπρόθεσμα, η μείωση της συσσωρευμένης καύσιμης ύλης μετριάζει την ένταση και την ταχύτητα εξάπλωσης των πυρκαγιών που εκδηλώνονται, προστατεύοντας δάση και περιουσίες. Η ενεργός διαχείριση του δάσους (μέσω χρήσης φωτιάς ή βόσκησης) αυξάνει την ανθεκτικότητα των οικοσυστημάτων στην κλιματική αλλαγή, όπως επεσήμανε και Έκθεση της Ακαδημίας Αθηνών (βλ. Ακαδημία Αθηνών, Η ανθεκτικότητα των ελληνικών δασικών οικοσυστημάτων στην κλιματική αλλαγή, 2023). Επιπλέον, η θεσμοθέτηση τακτικών καθαρισμών και η αυστηρή εποπτεία τους πρόκειται να μειώσουν τις τυχαίες εστίες σε κατοικημένες περιοχές, που συνιστούν μια χρόνια αιτία πυρκαγιών.
Τα ανωτέρω ευθυγραμμίζουν τη χώρα με την ευρωπαϊκή πρακτική της Ολοκληρωμένης Διαχείρισης Πυρκαγιών (Integrated Fire Management – I.F.M.), προσεγγίζοντας μοντέλα, όπως το πορτογαλικό Plano Nacional de Gestao Integrada de Fogos Rurais, όπου η πρόληψη, η διαχείριση της βλάστησης, η επιχειρησιακή ετοιμότητα, η καταστολή και η περιβαλλοντική αποκατάσταση συγκροτούν έναν ενιαίο κύκλο πολιτικών. Η ελληνική ρύθμιση γεφυρώνει το μέχρι σήμερα δομικό χάσμα μεταξύ πρόληψης και καταστολής, θεσπίζοντας με το άρθρο 11 του σχεδίου νόμου, με το οποίο προστίθεται νέο άρθρο 9Α στον ν. 4662/2020, το Στρατηγικό Σχέδιο Ολοκληρωμένης Διαχείρισης Δασικών Πυρκαγιών, το οποίο συναρθρώνει για πρώτη φορά ένα συνεκτικό, δεκαετές “master plan”, το οποίο συνεχίζει με γρηγορότερους ρυθμούς τη μεταφορά της χώρας από μια αποσπασματική, κυρίως κατασταλτική λογική σε ένα ολοκληρωμένο πρότυπο πυροδιαχείρισης, όπου η πρόληψη τίθεται στο επίκεντρο και η καταστολή εντάσσεται σε ένα στρατηγικά καθορισμένο επιχειρησιακό μοντέλο.
…………
Ενότητα ΙΙ
Με την Ενότητα ΙΙ εισάγεται ένα πλέγμα ρυθμίσεων το οποίο, αποκρυσταλλώνοντας τη διοικητική εμπειρία εφαρμογής του ισχύοντος πλαισίου από τη νεοσύστατη διοικητική δομή της Γενικής Γραμματείας Αποκατάστασης Φυσικών Καταστροφών και Κρατικής Αρωγής, επιφέρει συγκεκριμένες τροποποιήσεις οι οποίες: α) καλύπτουν ρυθμιστικά κενά, β) εξυπηρετούν το έργο των αρμόδιων οργάνων για την κρατική αρωγή και αποκατάσταση φυσικών καταστροφών και γ) συντείνουν στην αποτελεσματικότερη άσκηση της εκ της Πολιτείας μέριμνας για τη θεραπεία των συνεπειών καταστροφών, εξυπηρετώντας την άμεση και ολιστική στήριξη των πληγέντων με γνώμονα την ταχύτερη επιστροφή στην κοινωνικοοικονομική και προσωπική κανονικότητα. Ειδικότερα, αντιμετωπίζονται τα ζητήματα: α) της δυσχέρειας επιβεβαιωτικού ελέγχου των δηλωθέντων στοιχείων των αιτούντων κρατική αρωγή, β) της ερμηνευτικής σύγχυσης αναφορικά με την έναρξη ισχύος ρυθμίσεων που θεσπίζουν εξαίρεση από το δικαίωμα αίτησης κρατικής αρωγής, γ) της διοικητικής πολυπλοκότητας εφαρμογής του πλαισίου επιχορήγησης για ζημιές σε φυτικά μέσα παραγωγής σε αγροτικές εκμεταλλεύσεις, δ) των αρμοδιοτήτων του Περιφερειακού Συντονιστή Κρατικής Αρωγής με σκοπό την αποτελεσματικότερη εκτέλεση του έργου του, ε) της διεύρυνσης της υποχρεωτικής συμμετοχής υπαλλήλων των ΟΤΑ β’ βαθμού στο Εθνικό μητρώο στελεχών επιτροπών κρατικής αρωγής, στ) της παροχής οικονομικών κινήτρων για τη συμμετοχή στις επιτροπές, τα κλιμάκια και τις ομάδες συντονισμού κρατικής αρωγής, ζ) της υποβολής εισηγητικής έκθεσης της Γενικής Διεύθυνσης Κρατικής Αρωγής και Συντονισμού προς την Κεντρική Επιτροπή Κρατικής Αρωγής (Κ.Ε.Κ.Α.) και η) της σύστασης Μητρώου ελεγκτών κρατικής αρωγής, το οποίο θα δύναται να αξιοποιηθεί για την αποτελεσματική υλοποίηση της παροχής κρατικής αρωγής σε περίπτωση επέλευσης καταστροφών.
Ενότητα ΙΙΙ
Με την Ενότητα ΙΙΙ αντιμετωπίζεται το ζήτημα της έγκαιρης καταβολής τακτικών αποδοχών στους υπαλλήλους της Υπηρεσίας Πολιτικής Αεροπορίας (Υ.Π.Α) για τον Μάρτιο του 2026 και προβλέπεται η τακτοποίηση των προκαλούμενων δαπανών, μέσω έκδοσης σχετικού συμψηφιστικού εντάλματος.





