Σημαντική συμφόρηση καταγράφεται στα προγράμματα «Εξοικονομώ», δημιουργώντας ανησυχίες τόσο για την πορεία των ενεργειακών αναβαθμίσεων όσο και για τα κόστη υλοποίησης. Με το ορόσημο του Ταμείου Ανάκαμψης να λήγει στις 31 Μαίου, περισσότερες από 65.000 κατοικίες παραμένουν σε εκκρεμότητα, ενώ αρκετές περιπτώσεις αφορούν δικαιούχους που εντάχθηκαν ακόμη και πριν από… πέντε χρόνια.
Το πρόβλημα εντείνεται σε μια περίοδο έντονων ανατιμήσεων στον κατασκευαστικό κλάδο, σε μεγάλο βαθμό λόγω των ανοδικών τάσεων στα κόστη της ενέργειας, γεγονός που σε συνδυασμό με την έλλειψη εργατικών χεριών, δυσχεραίνουν την εικόνα.
Ταυτόχρονα, διαφορετικές «γενιές» προγραμμάτων συγκλίνουν χρονικά. Τα «Εξοικονομώ» του 2021 και του 2023, που ήδη έχουν καθυστερήσει λόγω γραφειοκρατίας και από τα οποία εκκρεμεί η ολοκλήρωση 28.000 ανακαινίσεων, μαζί με το πρόγραμμα του 2025, με υπολειπόμενο έργο 37.829 ανακαινίσεων, δημιουργούν ένα ασφυκτικό χρονοδιάγραμμα. Χιλιάδες έργα πρέπει να έχουν ολοκληρωθεί μέσα σε ένα δίμηνο.
Η πίεση είναι εμφανής σε όλα τα επίπεδα: από τη διαθεσιμότητα συνεργείων και υλικών μέχρι τους ενεργειακούς επιθεωρητές που απαιτούνται για την τελική πιστοποίηση. Υπό αυτές τις συνθήκες, θεωρείται σχεδόν βέβαιο ότι θα δοθούν νέες παρατάσεις.
Τα καμπανάκια είναι συνεχή, όπως αυτό που έκρουσε η Γενική Γραμματέας του Πανελλήνιου Συλλόγου Πιστοποιημένων Ενεργειακών Επιθεωρητών, Χρυσούλα Βάιτση, που μιλώντας τη Παρασκευή σε ημερίδα των ΤΕΕ-ΙΕΝΕ έκανε λόγο για το απόλυτο «μποτιλιάρισμα», ένα πρωτοφανές bottleneck στην οικοδομή, περιγράφοντας τον κίνδυνο με νούμερα.
«Εξοικονομώ 2021»: Χρειάστηκαν 15 παρατάσεις
Στη περίπτωση του «Εξοικονομώ 2021», από τους συνολικά 69.409 δικαιούχους, σήμερα έχουν ολοκληρώσει τα έργα οι 56.545 (81%).
Βέβαια για να φτάσουν στο σημείο να ολοκληρώσουν τις εργασίες τους οι οκτώ στους δέκα του προ πενταετίας προγράμματος, χρειάστηκε να μεσολαβήσουν 25 αποφάσεις υπαγωγής και 15 παρατάσεις από τους εκάστοτε υπουργούς Περιβάλλοντος και Ενέργειας, με ό,τι αυτό μπορεί να σημαίνει για τη βαριά γραφειοκρατία και μια σειρά άλλων αιτιών που ταλαιπωρούν το κεφάλαιο των «Εξοικονομώ».
Στη περίπτωση του «Εξοικονομώ 2023», από τους 27.562, τα τελειωμένα έργα δεν ξεπερνούν τα 12.624 (μόλις το 46%). Μάλιστα στο «Ανακαινίζω για Νέους», από τις 4.849 υπαγωγές, τα ολοκληρωμένα έργα δεν ξεπερνούν τα 496, δηλαδή μόλις το 10%.
Και στο πολύ μεγάλο πρόγραμμα «Εξοικονομώ 2025», όπου η αύξηση του μπάτζετ επέτρεψε να ενταχθούν τελικά 37.829 δικαιούχοι, ναι μεν φαίνεται ότι έχει αρχίσει να ανεβάζει ρυθμό, ωστόσο εκτιμάται ότι ένας πολύ μικρός αριθμός θα έχει ολοκληρώσει εργασίες μέχρι τις 31 Μαΐου, οπότε και εκπνέει η περίοδος υλοποίησης. Τα τρία προηγούμενα έχουν deadline στις 30 Απριλίου και αποτελεί κοινό μυστικό ότι η εξίσωση δεν βγαίνει, χωρίς παρατάσεις.
«Τα νούμερα των ολοκληρωμένων έργων θα ανέβουν εκθετικά μέσα στον Απρίλιο και όσο θα πλησιάζουν οι προθεσμίες, ωστόσο αυτό δεν αναιρεί την εικόνα της τεράστιας απόκλισης ανάμεσα στην ένταξη του δικαιούχου στο πρόγραμμα και την κατασκευή», σχολιάζει η ενεργειακή επιθεωρήτρια.
Εκτίναξη κατά 70% του κόστους
Ένας άλλος λόγος, ίσως και πιο σημαντικός από τη γραφειοκρατία, είναι οι τεράστιες αυξήσεις στα κόστη της οικοδομής. Αν συγκρίνει κανείς τη μέση επιδότηση ανά αίτηση μεταξύ του «Εξοικονομώ του 2021» και εκείνου του 2025, προκύπτει μια άνοδος 70%.
Στο προ πενταετίας πρόγραμμα η μέση ενίσχυση ήταν 13.242 € και στο τρέχων φτάνει τα 22.476€.
Αντανακλώντας τα αυξημένη κόστη των δομικών υλικών και την αναπροσαρμογή των εργατικών, προκύπτει ότι το κράτος με τα ίδια ποσά καταφέρνει να αναβαθμίζει όλο και λιγότερα σπίτια, γεγονός που προβληματίζει για την επιτυχία των «Εξοικονομώ», από τα ευρωπαικά προγράμματα με τη μεγαλύτερη απορροφητικότητα.
Το μπάτζετ του 2021 ήταν 937,8 εκατ ευρώ και του 2025, ανήλθε στα 850 εκατ. Τότε όμως μπήκαν στο πρόγραμμα 69.409 δικαιούχοι, έναντι μόνο 37.829 στο τελευταίο. Στη πράξη, η πολιτεία δαπανά όλο και περισσότερα (ευρωπαϊκά) κεφάλαια με όλο και μικρότερο τελικό αντίκτυπο.
«Τεχνητός» πληθωρισμός
Εκτός από τα «bottlenecks» και τα δομικά προβλήματα του κατασκευαστικού κλάδου (λιγοστά εργατικά χέρια, μικρός αριθμός εξιδεικευμένων συνεργείων), η ανάλυση δείχνει και κάτι άλλο που αφορά το σύνολο της ελληνικής οικοδομής: Το «τεχνητό» πληθωρισμό.
Δίχως να συνυπολογίζει κανείς τις τρέχουσες ανατιμήσεις λόγω της ενέργειας, οι διαρθρωτικές στρεβλώσεις «φουσκώνουν» τα κόστη και επιβαρύνουν σημαντικά το προϋπολογισμό των έργων εξηγώντας γιατί τα «Εξοικονομώ» συνεχίζουν να έχουν μικρό αποτύπωμα αν κοιτάξει κανείς τη μεγάλη εικόνα.
Ένα χρόνο πριν, ο πρώην υπουργός Περιβάλλοντος και Ενέργειας Θ.Σκυλακάκης, είχε απαντήσει με νούμερα στο μείζον ερώτημα, κατά πόσο η χώρα έχει τα περιθώρια να αναβαθμίσει το μεγάλο μέρος των 4 και πλέον εκατομμυρίων σπιτιών του παρωχημένου ελληνικού κτιριακού τομέα, των οποίων η πλειοψηφία έχει κατασκευαστεί πριν το 1980.
Είχε αναφέρει ότι οι επιδοτήσεις που είχαν ως τότε διατεθεί για τα 100.000 περίπου νοικοκυριά που είχαν ενταχθεί στα «Εξοικονομώ», ήταν γύρω στα 2 δισ. Αυτό σημαίνει ότι για τα περίπου 4 εκατ σπίτια απαιτούνται 100 δισ. Τα ποσά είναι απαγορευτικά.
Το πρόβλημα αναγνώρισε και κατά την ημερίδα των ΤΕΕ- ΙΕΝΕ και η Γενική Γραμματέας του ΥΠΕΝ, Δέσποινα Παληαρούτα, λέγοντας «έχουμε το πιο παλιό απόθεμα κτηριακό στη χώρα μας… και δεν έχουμε βρει τον τρόπο να προχωράμε καθολικά σε παρεμβάσεις στις όψεις των κτιρίων, στις πολυκατοικίες κτλ. Και πάμε κατά περίπτωση».
Σημειωτέον ότι το Κοινωνικό Κλιματικό Ταμείο που παρουσιάστηκε πρόσφατα προβλέπει 1,2 δισ για τα νέα Εξοικονομώ, αλλά προφανώς για να υπάρξει μια ριζική αλλαγή σε μια χώρα όπου το 50% των κατοικιών είναι κτισμένα πριν το 1980, απαιτούνται πολλαπλάσια κεφάλαια, πόσο μάλλον όταν οι τιμές στην οικοδομή δείχνουν σταθερά ανοδικές.
Τι φέρνει η νέα Οδηγία
Κι όλα αυτά ενώ τα πράγματα πρόκειται να επιδεινωθούν περαιτέρω από το Μάιο και μετά, οπότε και η Ελλάδα θα αναγκαστεί να ενσωματώσει την κοινοτική Οδηγία 2024/1275 για την Ενεργειακή Απόδοση των Κτιρίων.
Αυτή προβλέπει ότι μέχρι το 2030 τα κτίρια κατοικιών πρέπει να έχουν μειώσει κατά 16% τη χρήση πρωτογενούς ενέργειας και ως το 2035 κατά 20-22% με έμφαση στην ανακαίνιση του 43% των κτιρίων με τις χειρότερες επιδόσεις.
«Αν δεν γίνουν ριζικές αλλαγές στον Κανονισμό Ενεργειακής Απόδοσης Κτιρίων (ΚΕΝΑΚ), όπως για παράδειγμα οι παρεμβάσεις στο ηλεκτρομηχανολογικό σκέλος ενός κτιρίου να ανεβάζουν κατά 2-3 κατηγορίες την ενεργειακή του απόδοση, οι στόχοι είναι όχι μόνο ανέφικτοι. Αλλά και δημιουργούν μεγάλο πρόβλημα στους ιδιοκτήτες, καθώς αν αυτά τα εκατοντάδες χιλιάδες παλαιά ακίνητα δεν εκσυγχρονιστούν, τότε ακριβώς επειδή δεν θα έχουν αναβαθμιστεί, θα τεθούν πιθανότατα εκτός αγοράς τα επόμενα χρόνια, δηλαδή δεν θα μπορούν πλέον να ενοικιαστούν», ανέφερε από τη πλευρά της ΠΟΜΙΔΑ, ο ενεργειακός της σύμβουλος Απόστολος Ευθυμίαδης.
Έτερο ερώτημα στο μείζον θέμα του παλαιού κτιριακού δυναμικού αφορά το τι θα γίνει με τα μεγάλα αστικά κέντρα. Κρίνοντας από το τρέχων «Εξοικονομώ», οι επιδοτήσεις ήταν στοχευμένες στους πληγέντες από φυσικές καταστροφές (σεισμοί, πλημμύρες) στη Θεσσαλία και τη Δ.Μακεδονία.
Στη κατανομή του 2025, η Αττική παρ’ ότι εδώ ζει η μισή Ελλάδα, πήρε μόλις 40 εκατ. ενώ η Δ.Μακεδονία πήρε 2,5 φορές περισσότερους πόρους. Το «first come, first served», φαίνεται ότι τελείωσε. Από εδώ και πέρα τα «Εξοικονομώ» δεν θα είναι οριζόντια, αλλά απολύτως στοχευμένα. Στη περίπτωση αυτή προκύπτει το ερώτημα για το τι θα γίνει με την αναβάθμιση του τεράστιου κτιριακού όγκου της χώρας που εντοπίζεται σε μεγάλο βαθμό στα αστικά κέντρα και έχει κατασκευαστεί πριν από μια πεντηκονταετία.




