Τον παράγοντα της γεωπολιτικής εμπλοκής, για την οποία η Αθήνα αποφεύγει συστηματικά να μιλήσει, ως μια από τις βασικές αιτίες για το βραχυκύκλωμα του καλωδίου Ελλάδας – Κύπρου, αρχίζει να αναδεικνύει εσχάτως η Κομισιόν στην υπόθεση του GSI, που έχει χρηματοδοτήσει με 657 εκατ. ευρώ.
Αν και μέχρι πρότινος οι αναφορές των κοινοτικών εκπροσώπων και αξιωματούχων περιορίζονταν σε παραινέσεις προς τις δύο χώρες να επιλύσουν τις μεταξύ τους ρυθμιστικές εκκρεμότητες που βάζουν προσκόμματα στον GSI, το τελευταίο διάστημα η Κομισιόν φαίνεται να έχει αλλάξει στάση.
Σε μια ασυνήθιστη για τη μέχρι τώρα κοινοτική ρητορική, ο επίτροπος Νταν Γιόργκενσεν, μιλώντας την Κυριακή στο ΚΥΠΕ με αφορμή την κυπριακή προεδρία στο Συμβούλιο της ΕΕ, προέβη στην πρώτη επίσημη παραδοχή που έχει ποτέ γίνει από πλευράς Κομισιόν ότι το γεωπολιτικό «βραχυκύκλωμα» φορτώνει την ηλεκτρική διασύνδεση Ελλάδας- Κύπρου με κόστος και χρόνο.
«Συνολικά, η πρόοδος του έργου έχει επηρεαστεί από ένα πολύπλοκο γεωπολιτικό πλαίσιο, με επιπτώσεις στα χρονοδιαγράμματα και τα κόστη», είπε χαρακτηριστικά ο επίτροπος, χωρίς ωστόσο να κάνει την παραμικρή αναφορά στα γνωστά ρυθμιστικά θέματα που ταλανίζουν το έργο, μόνιμο θέμα στις τηλεδιασκέψεις των κοινοτικών με τις δύο πλευρές τα τελευταία χρόνια.
Στην Κύπρο η δήλωση Γιόργκενσεν ότι το έργο έχει καθυστερήσει και έχει ακριβύνει εξαιτίας του γεωπολιτικού στοιχείου, δηλαδή τη διακοπή των ερευνών πόντισης του καλωδίου λόγω των απειλών της Τουρκίας, δεν πέρασε απαρατήρητη και τα τοπικά μέσα την ανέδειξαν με σχετικά δημοσιεύματα.
Στην πραγματικότητα, είναι η πρώτη φορά που η Κομισιόν χρησιμοποιεί με αυτό τον τρόπο τη συγκεκριμένη πτυχή της υπόθεσης, δηλαδή το βραχυκύκλωμα των ερευνών μετά το επεισόδιο στην Κάσο το καλοκαίρι του 2024, και εμμέσως πλην σαφώς αφήνει να εννοηθεί ότι ότι αν το έργο καταστεί μη βιώσιμο, αυτό θα οφείλεται στη γεωπολιτική εμπλοκή.
Αρνητική η Κομισιόν σε νέα μελέτη
Στο ερώτημα, πού μπορεί να οφείλεται η προσεκτική αλλά ευδιάκριτη αυτή αλλαγή που δείχνει η δήλωση του επιτρόπου, η απάντηση πιθανώς να μην είναι άσχετη με τις πληροφορίες από κοινοτικές πηγές ότι η DG Ener δεν βλέπει θετικά τη συζήτηση για επικαιροποίηση των μελετών του GSI.
Πρόκειται για τη γνωστή πρόθεση των δύο χωρών να επικαιροποιήσουν τα στοιχεία του έργου με το επιχείρημα πως η κίνηση συνδέεται με την έλευση νέων επενδυτών.
Σύμφωνα με τις ίδιες πηγές, έχει μεταφερθεί τόσο στην Αθήνα όσο και στη Λευκωσία ότι η συγκεκριμένη μελέτη θα οδηγήσει στην ουσία σε μια αναψηλάφηση του κατά πόσο το έργο είναι βιώσιμο για τους καταναλωτές, γεγονός που για την Κομισιόν φαίνεται να αποτελεί «κόκκινη γραμμή», όπως είχε καταστήσει σαφές από τον Δεκέμβριο ο επίτροπος Γιόργκενσεν, απαντώντας σε ερώτηση Κύπριου ευρωβουλευτή.
Στην απάντησή του ο επίτροπος ξεκαθάριζε ότι όταν ένα project, όπως το καλώδιο Ελλάδας – Κύπρου, εντάσσεται στη λίστα των Εργων Κοινού Ενδιαφέροντος (PSI), σημαίνει ότι έχει προηγηθεί Μελέτη Κόστους-Οφέλους (CBA) η οποία κατέληξε ότι είναι βιώσιμο, γι’ αυτό άλλωστε και το συγκεκριμένο επιχορηγήθηκε με 657 εκατ. ευρώ.
Η επιχειρηματολογία Γιόργκενσεν που λέγεται ότι έχει μεταφερθεί ξανά στις δύο πλευρές αφορά τη διαδικασία που ισχύει για κάθε έργο που πριμοδοτείται με κοινοτικά κονδύλια. Στο σενάριο που ανοίξει ξανά θέμα βιωσιμότητας είναι σαν να αμφισβητείται η απόφαση με την οποία επιχορηγήθηκε το συγκεκριμένο project.
Από την πλευρά τους, κυπριακές πηγές αφήνουν να εννοηθεί ότι οι δύο κυβερνήσεις βρίσκονται σε συνεχή επαφή και ίσως τις επόμενες μέρες να υπάρχουν νεότερα για την υπόθεση της μελέτης, χωρίς προς το παρόν να υπάρχει κάτι το ανακοινώσιμο.
Σε κάθε πάντως περίπτωση, είναι η πρώτη φορά από τότε που βραχυκύκλωσε για τα καλά το καλώδιο που οι Βρυξέλλες αφήνουν «σκιές» και για τις ελληνικές ευθύνες, βάζοντας στη ρητορική τους τις συνέπειες της γεωπολιτικής εμπλοκής και επαναφέροντας ένα θέμα στο οποίο η Αθήνα αποφεύγει εδώ και πολύ καιρό να αναφερθεί για προφανείς λόγους.
Τον τελευταίο χρόνο, η κυβέρνηση ακριβώς για να βγει από τη δύσκολη θέση που θα σήμαινε η παραδοχή ότι η εμπλοκή με το καλώδιο οφείλεται στην Τουρκία, προέβαλε ως βασική αιτία για το αδιέξοδο την αβελτηρία της Λευκωσίας να τηρήσει τις υποχρεώσεις της.
Τον περασμένο, δε, Νοέμβριο, αντιλαμβανόμενες οι δύο κυβερνήσεις ότι το blamegame κοστίζει ακριβά σε αμφότερες, επέλεξαν να «αγοράσουν» χρόνο, επιλέγοντας τη δοκιμασμένη μέθοδο της ανάθεσης σε οίκο να εκπονήσει μελέτη για επανεξέταση των βασικών οικονομοτεχνικών παραμέτρων του έργου.





