Με το πρακτικό επεξεργασίας 20/2026, το Συμβούλιο της Επικρατείας προχώρησε σε μη οριστική κρίση ως προς τη νομιμότητα Ειδικού Πολεοδομικού Σχεδίου (ΕΠΣ) που αφορά συγκεκριμένη περιοχή της Πάρος, η οποία προορίζεται να αναπτυχθεί ως οργανωμένος τουριστικός πόλος.
Ο γνωμοδοτικός σχηματισμός του Δικαστηρίου, με Πρόεδρο τον Χρ. Ντουχάνη και εισηγητή τον Κ. Χριστόπουλο, έκρινε κατά πλειοψηφία ότι το επίμαχο σχέδιο δεν συνιστά απλή παρέκκλιση από το ισχύον Γενικό Πολεοδομικό Σχέδιο (ΓΠΣ), όπως επιτρέπεται κατ’ αρχήν από τον νόμο 4447/2016, αλλά ενδέχεται να ανατρέπει τη συνοχή του. Η συνοχή αυτή, σύμφωνα με το ΣτΕ, αποτελεί το κρίσιμο όριο εντός του οποίου μπορούν να κινούνται τα Ειδικά Πολεοδομικά Σχέδια.
Στο πρακτικό αναλύεται ο ρόλος και η λειτουργία των πολεοδομικών εργαλείων. Τα Γενικά Πολεοδομικά Σχέδια καθορίζουν τη χωρική οργάνωση σε ευρεία κλίμακα, καλύπτοντας το σύνολο ή μεγάλο μέρος του εθνικού χώρου, ενώ τα Ειδικά Σχέδια εφαρμόζονται σε επιμέρους περιοχές με ιδιαίτερα χαρακτηριστικά ή υπερτοπική σημασία, όπως περιοχές τουριστικής ανάπτυξης ή ζώνες που έχουν πληγεί από φυσικές καταστροφές.
Με βάση αυτή τη διάκριση, το Δικαστήριο θέτει το κρίσιμο ερώτημα: μέχρι ποιο σημείο μπορεί ένα ΕΠΣ να διαφοροποιεί το ισχύον πολεοδομικό καθεστώς χωρίς να αναιρεί το βασικό σχεδιαστικό πρότυπο του ΓΠΣ.
Για την απάντηση, το ΣτΕ προσδιορίζει σειρά κριτηρίων που πρέπει να συνεκτιμώνται. Μεταξύ αυτών περιλαμβάνονται το είδος των χρήσεων που εισάγονται, η έκταση της περιοχής επέμβασης σε συνδυασμό με την ένταση της παρέκκλισης από τους ισχύοντες όρους δόμησης, η φυσιογνωμία τόσο της άμεσης όσο και της ευρύτερης περιοχής, καθώς και οι λόγοι που οδήγησαν στον αρχικό σχεδιασμό του ΓΠΣ. Ιδιαίτερη σημασία αποδίδεται επίσης στην αλληλεπίδραση του ΕΠΣ με άλλα χωρικά σχέδια και στις συνολικές επιπτώσεις που μπορεί να έχει στην οργάνωση και ανάπτυξη της περιοχής.
Το Δικαστήριο υπογραμμίζει ότι η αξιολόγηση της νομιμότητας ενός ΕΠΣ δεν μπορεί να βασίζεται αποκλειστικά σε σύγκριση πολεοδομικών μεγεθών. Αντιθέτως, απαιτείται συνολική θεώρηση, λαμβάνοντας υπόψη ακόμη και τη φέρουσα ικανότητα της περιοχής, καθώς και το κατά πόσον οι προβλεπόμενες ρυθμίσεις θα μπορούσαν να ενταχθούν στο ίδιο το ΓΠΣ χωρίς να αλλοιώνεται ο βασικός του σχεδιασμός.
Σημειώνεται ότι κατά τη μειοψηφούσα γνώμη, καθοριστικό ρόλο διαδραματίζει η έκταση της περιοχής επέμβασης, καθώς τα ίδια πολεοδομικά μεγέθη έχουν διαφορετική ένταση και επίδραση ανάλογα με το μέγεθος της έκτασης στην οποία εφαρμόζονται.




