Την αποσαφήνιση του πλαισίου ως προς τη σύνδεση των κέντρων δεδομένων στο δίκτυο ηλεκτρικής ενέργειας της χώρας τόσο σε επίπεδο ΑΔΜΗΕ όσο και σε επίπεδο ΔΕΔΔΗΕ επιχειρεί το νέο νομοσχέδιο του Υπουργείου Περιβάλλοντος και Ενέργειας που τέθηκε σε δημόσια διαβούλευση το Σάββατο με τους ενδιαφερόμενους να έχουν περιθώριο να καταθέσουν παρατηρήσεις και σχόλια μέχρι τις 24 Οκτωβρίου, όταν και ολοκληρώνεται η σχετική διαδικασία.
Το νομοσχέδιο αναμένεται να προχωρήσει προς ψήφιση στη Βουλή την πρώτη εβδομάδα του Νοεμβρίου, όπως ανέφερε, μεταξύ άλλων, ο υπουργός ΠΕΝ Σταύρος Παπασταύρου, μιλώντας εχθές σε τηλεοπτικό σταθμό.
Σε γενικές γραμμές το «πλαίσιο σύνδεσης κέντρων δεδομένων στο δίκτυο – χορήγηση οριστικής προσφοράς σύνδεσης και αδειοδότηση», όπως λέγεται το σχετικό κεφάλαιο στο νομοσχέδιο του ΥΠΕΝ, αναλύεται σε 10 άρθρα με τον «πυρήνα» των διατάξεων να επιβεβαιώνει τον αρχικό προσανατολισμό τόσο του Υπουργείου όσο και των αρμόδιων Διαχειριστών, να προχωρήσουν προς σύνδεση στο δίκτυο οι πιο ώριμες επενδύσεις για data center, προσδιορίζοντας την ίδια στιγμή, με ευκρίνεια, τα περιθώρια του ηλεκτρικού συστήματος να φιλοξενήσει τέτοιες υποδομές μιας και προσώρας, το επενδυτικό ενδιαφέρον, τουλάχιστον σε επίπεδο υποβολής αιτημάτων – φτάνοντας αισίως τα 9 GW στο σύστημα μεταφοράς με επιπλέον τουλάχιστον 220 MW στο δίκτυο διανομής – , φέρεται να κινείται «αυτόνομα και ανεξάρτητα» των δυνατοτήτων του δικτύου.
Σε δημόσια θέα τα περιθώρια του συστήματος για νέα data center
Αρχικά, τα data center αποκτούν μια στρατηγική διάσταση, καθώς δια νόμου καθίστανται οργανικό μέρος της ανάπτυξης του Ελληνικού Συστήματος Μεταφοράς Ηλεκτρικής Ενέργειας. Με το άρθρο 29, ο ΑΔΜΗΕ καλείται να ενσωματώσει στο δεκαετές πλάνο ανάπτυξης του συστήματος διακριτό κεφάλαιο σχετικά με τις δυνατότητες υποδοχής Κέντρων Δεδομένων, καθώς και τις υποδομές που απαιτείται να κατασκευαστούν ή να αναβαθμιστούν, ώστε να καταστεί δυνατή η σύνδεση των Κέντρων Δεδομένων.
Μάλιστα προβλέπεται συστηματική επικαιροποίηση του διαθέσιμου ηλεκτρικού χώρου εκ μέρους του ΑΔΜΗΕ στην περίπτωση των Κέντρων Υπερυψηλής Τάσης, πράγμα που αναμένεται να προσδίδει μια καλύτερη ορατότητα στους υποψήφιους επενδυτές πως να κινηθούν χωροταξικά ανά την επικράτεια της χώρας.
Τι πρέπει να περιλαμβάνει ο «φάκελος»
Επί του πρακτέου οι νέες διατάξεις του ΥΠΕΝ, όπως προαναφέρθηκε, φιλοδοξούν να δώσουν «χώρο» στις ώριμες επενδύσεις, εισάγοντας μια σειρά κριτήρια και προϋποθέσεις που τεκμηριώνουν και επιβεβαιώνουν τις προθέσεις του επενδυτή να προχωρήσει μέχρι τέλους, αποφεύγοντας την «τακτική» να δεσμεύσει ηλεκτρικό χώρο χωρίς να υλοποιήσει το έργο.
Η εν λόγω συνθήκη επιχειρείται να διασφαλιστεί σε όλο το μήκος της διαδικασίας, ξεκινώντας από τα δικαιολογητικά που πρέπει να περιλαμβάνει ο φάκελος υποβολής του αιτήματος μέχρι το ενδεχόμενο καθυστερήσεων στην υλοποίηση της επένδυσης που συνοδεύεται από ένα πρόσθετο κόστος για την παράταση δέσμευσης ηλεκτρικού χώρου.
Επιγραμματικά ο επενδυτής καλείται να αποδείξει τις προθέσεις του μέσω:
• Εγγυητικής επιστολής με διάρκεια ισχύος κατ’ ελάχιστον τριών ετών. Το ύψος της εγγυητικής επιστολής προσδιορίζεται στα 200.000 ευρώ ανά μεγαβάτ μέγιστης ισχύος κατανάλωσης χωρίς να γίνεται κάποια διάκριση ανάμεσα στα αιτήματα που υποβάλλονται στον ΑΔΜΗΕ και τα αιτήματα που υποβάλλονται στον ΔΕΔΔΗΕ. Σημειώνεται ότι η προτεινόμενη διάταξη (άρθρο 23) προβλέπει την μείωση της εγγυητικής επιστολής κατά ορισμένο ποσοστό κατόπιν συγκεκριμένων «οροσήμων» στην πορεία υλοποίησης της επένδυσης όπως παραδείγματος χάριν είναι η υπογραφή της σύμβασης σύνδεσης του Κέντρου Δεδομένων. Η εγγυητική επιστολή επιστρέφεται στο σύνολό της στον επενδυτή με την ολοκλήρωση της διαδικασίας ηλέκτρισης του Κέντρου Δεδομένων για το σύνολο της μέγιστης ισχύος κατανάλωσης.
• Πλήρους φακέλου Μελέτης Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων για την περιβαλλοντική αδειοδότηση από την αρμόδια περιβαλλοντική αρχή
• Τεκμηρίωσης νόμιμης χρήσης του γηπέδου εγκατάστασης του Κέντρου Δεδομένων. Ειδικά σε περίπτωση μίσθωσης ή παραχώρησης, η διάρκεια τους πρέπει να είναι τουλάχιστον δεκαετής
• Προς απόδειξη της οικονομικής φερεγγυότητας των υποψήφιων επενδυτών που αιτούνται σύνδεσης στο σύστημα μεταφοράς του ΑΔΜΗΕ, το νομοσχέδιο προβλέπει ως προϋπόθεση την επίτευξη ετήσιου κύκλου εργασιών για τουλάχιστον ένα χρόνο κατά τα τελευταία τρία χρόνια, μεγαλύτερο του 30% του κόστος κατασκευής του έργου.
• Επί πληρωμή οι καθυστερήσεις στην υλοποίηση του έργου. Σε ανάλογο μήκος κύματος με στόχευση να «αποκλειστούν» αβέβαιες επενδυτικές απόπειρες, ο νομοθέτης εισάγει πρόσθετο κόστος για τον επενδυτή στην περίπτωση της παράτασης δέσμευσης ηλεκτρικού χώρου και ισχύος προσφοράς σύνδεσης.
Με άλλα λόγια, αν ένας επενδυτής έχει κατοχυρώσει ηλεκτρικό χώρο και καθυστερήσει στην υλοποίηση της επένδυσής του, διατηρεί μεν το «δικαίωμα», πληρώνοντας δε τέλος παράτασης δέσμευσης ηλεκτρικού χώρου, το οποίο ορίζεται σε 2.000 ευρώ ανά MW μέγιστης ισχύος απορρόφησης για κάθε μήνα παράτασης. Η εν λόγω παράταση χορηγείται άπαξ με την ρύθμιση να προβλέπει ότι σε περίπτωση παρέλευσης του διαθέσιμου χρόνου ή μη καταβολής του τέλους παράτασης, η προσφορά σύνδεσης παύει αυτοδικαίως να ισχύει με τον διαθέσιμο ηλεκτρικό «χώρο» να «απελευθερώνεται» υπέρ άλλων επενδύσεων.
• Τα κόστη σύνδεσης βαραίνουν τον επενδυτή. Μια πρόσθετη παράμετρος που καθιστά αναγκαία συνθήκη την οικονομική «επιφάνεια» για κάθε επίδοξο επενδυτή αφορά στο κόστος των έργων σύνδεσης του κέντρου δεδομένων με το δίκτυο ηλεκτρικής ενέργειας, τα οποία επιβαρύνουν στο σύνολό τους το business plan του έργου, χωρίς να ισχύουν εδώ οι «ευνοϊκές» διατάξεις περί επιμερισμού του κόστος ανάμεσα στον επενδυτή και τον Διαχειριστή όπως συμβαίνει στην περίπτωση των ΑΠΕ ή μεγάλων καταναλωτών ενέργειας. Συγκεκριμένα, στο άρθρο 26 του νομοσχεδίου αναφέρεται, μεταξύ άλλων, ότι «το σύνολο του κόστους κατασκευής των έργων επέκτασης ή ενίσχυσης του ΕΔΔΗΕ (Εθνικό Δίκτυο Διανομής Ηλεκτρικής Ενέργειας) ή του ΕΣΜΗΕ (Εθνικό Σύστημα Μεταφοράς Ηλεκτρικής Ενέργειας), αντίστοιχα, που απαιτούνται αποκλειστικά για τη σύνδεσή τους, βαρύνει εξ ολοκλήρου τον κάτοχο του Κέντρου Δεδομένων και δεν εντάσσεται στη ρυθμιζόμενη περιουσιακή βάση του ΔΕΔΔΗΕ ή του ΑΔΜΗΕ αντίστοιχα».
Τα παραπάνω σε συνδυασμό με τη διάκριση που κάνει το νομοσχέδιο σε κορεσμένα, μη κορεσμένα και μερικώς κορεσμένα ως προς τα υφιστάμενα Κέντρα Υπερυψηλής Τάσης (ΚΥΤ) του ΑΔΜΗΕ «απαντάνε» στην πρόθεση του ΥΠΕΝ και των Διαχειριστών να «πάρουν κεφάλι» τα έργα που συγκεντρώνουν περισσότερες πιθανότητες να γίνουν έναντι άλλων που διατηρούν περισσότερο «ευκαιριακό» χαρακτήρα.
Η κατηγοριοποίηση των ΚΥΤ με βάση τις δυνατότητες υποδοχής νέων αιτημάτων καταλήγει σε σειρά βημάτων τόσο από μεριάς ΑΔΜΗΕ όσο και από μεριάς επενδυτή, πράγμα που στο «τέλος της ημέρας» δύναται να συμβάλει στην αποσυμφόρηση της όλης διαδικασίας χωρίς να αναιρείται η χρονική προτεραιότητα αξιολόγησης των αιτημάτων, όπως ισχύει σήμερα. Η διαφοροποίηση έγκειται στη «φόρμουλα» για την διαχείριση των αιτημάτων με βασική στόχευση στα κορεσμένα σημεία του συστήματος μεταφοράς, ώστε να «κλείνει» ο σχετικός φάκελος και ο Διαχειριστής να μπορεί να προχωρήσει στα επόμενα αιτήματα, πράγμα που σήμερα δεν μπορεί να κάνει με την ίδια ευκολία.
Ποιοι πάνε στον ΑΔΜΗΕ και ποιοι στον ΔΕΔΔΗΕ
Η κατανομή των αιτημάτων ανάμεσα στους δύο Διαχειριστές ΑΔΜΗΕ και ΔΕΔΔΗΕ γίνεται με βάση την ισχύ των υποψήφιων έργων με το άρθρο 21 του νομοσχεδίου να προβλέπει ότι «αιτήσεις για την υλοποίηση Κέντρων Δεδομένων με μέγιστη ισχύ κατανάλωσης, ίση ή μικρότερη των δέκα μεγαβάτ (10 MW), υποβάλλονται στον Διαχειριστή δικτύου διανομής (ΔΕΔΔΗΕ), ενώ αιτήσεις για Κέντρα Δεδομένων με μέγιστη ισχύ κατανάλωσης άνω των δέκα μεγαβάτ (10 MW) υποβάλλονται στον ΑΔΜΗΕ». Κατά παρέκκλιση του παραπάνω κανόνα, ο ΑΔΜΗΕ δέχεται αιτήματα με συνολική μέγιστη ισχύ κατανάλωσης μεγαλύτερη ή ίση των 4 MW σε περιπτώσεις που ο ΔΕΔΔΗΕ αδυνατεί να τα εξυπηρετήσει για τεχνικούς λόγους.
Απόλυτη προτεραιότητα για όσους ιδιοκαταναλώνουν
Μια ακόμη σημαντική ρύθμιση αφορά στην ενεργειακή αυτονομία των Κέντρων Δεδομένων με το ΥΠΕΝ να «κάνει το βήμα» και να πριμοδοτεί με «απόλυτη προτεραιότητα στην αξιολόγηση για την χορήγηση όρων σύνδεσης», επενδύσεις που συνοδεύονται με μονάδα ΑΠΕ ή/και μπαταρία για την κάλυψη των ενεργειακών τους αναγκών σε ποσοστό τουλάχιστον 80% της μέγιστης ισχύος του σταθμού.
Διευκρινίζεται ότι η εν λόγω πρόβλεψη αφορά κέντρα δεδομένων άνω των 200 MW με τις προδιαγραφές για το παραγωγικό σκέλος να προσδιορίζονται ως «κατανεμόμενη μονάδα ή/και σύστημα αποθήκευσης ηλεκτρικής ενέργειας, χωρητικότητας τουλάχιστον 6 ωρών της μέγιστης ισχύος κατανάλωσης του Κέντρου Δεδομένων, τα οποία τίθενται σε λειτουργία μετά την 1η Ιανουαρίου 2027 και σε κάθε περίπτωση όχι αργότερα από τη θέση σε λειτουργία του Κέντρου Δεδομένων».
Συστήνεται μητρώο για παρακολούθηση
Τέλος, το νομοσχέδιο προβλέπει στη «σύσταση και τήρηση μητρώου Κέντρων Δεδομένων» με ευθύνη της Ρυθμιστικής Αρχής Αποβλήτων, Ενέργειας και Υδάτων με βασικό σκοπό την παρακολούθηση της ανάπτυξης των εγκαταστάσεων. Η εγγραφή σε αυτό καθίσταται προϋπόθεση για την υποβολή αιτήματος σύνδεσης στους Διαχειριστές με ειδική πρόβλεψη για την συστηματική επικαιροποίησή του.
Χρειάζεται να σημειωθεί ότι οι εν λόγω διατάξεις, εφόσον παραμείνουν ως έχουν και ψηφιστούν, ισχύουν για το σύνολο των αιτημάτων με τους επενδυτές να καλούνται να συμπληρώσουν σχετικά τους φακέλους τους, αναλόγως το στάδιο στο οποίο βρίσκεται ο καθένας, βάσει των όσων αναφέρονται στις μεταβατικές διατάξεις του άρθρου 55.





