Οι γεωπολιτικές ανακατατάξεις εκθέτουν για άλλη μία φορά τα τρωτά σημεία του ευρωπαϊκού ενεργειακού τομέα: Η εκτίναξη του φυσικού αερίου μετά το ξέσπασμα του πολέμου στη Μέση Ανατολή δημιουργεί μία αίσθηση…déjà vu, καθώς οι μνήμες από την ενεργειακή κρίση μετά τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία είναι ακόμα πολύ φρέσκιες.
Ετσι, το ενεργειακό ζήτημα στην Ευρώπη τείνει να γίνει εξίσου σημαντικό εάν όχι συνώνυμο με την αμυντική της θωράκιση. Αυτή τη στιγμή, η ήπειρος εισάγει από το εξωτερικό σχεδόν το 60% της ενέργειας που χρειάζεται και στο πλαίσιο αυτό οι ΑΠΕ μετατρέπονται σε στρατηγική προτεραιότητα.
Αυτή τη στιγμή, η έκθεση της Ευρώπης στις τιμές spot του LNG αποτελεί τη «Αχίλλειο πτέρνα» της ηπείρου. Η παγκόσμια αγορά LNG διαθέτει μικρότερη πλεονάζουσα παραγωγική ικανότητα και λιγότερα αποθέματα από την αγορά πετρελαίου, με αποτέλεσμα οι τιμές να παρουσιάζουν μεγαλύτερες διακυμάνσεις.
Οι Ευρωπαίοι αξιωματούχοι προσπαθούν να αντιμετωπίσουν το πρόβλημα, αυξάνοντας την εγκατεστημένη ισχύ από ΑΠΕ και έχουν σημειώσει πρόοδο στην παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας. Ωστόσο, η πρόοδος στους τομείς των μεταφορών και της μεταποίησης καθυστερεί, καθώς η πτώση των τιμών των ορυκτών καυσίμων τον τελευταίο χρόνο έχει οδηγήσει σε εφησυχασμό.
Σύμφωνα με έκθεση της Wood Mackenzie που δημοσιεύθηκε πριν ξεσπάσει ο πόλεμος με το Ιράν, η μεγάλη αύξηση της προσφοράς LNG από τις ΗΠΑ και το Κατάρ αναμενόταν να μειώσει σχεδόν στο μισό τις τιμές φυσικού αερίου στην Ευρώπη έως το 2030. Πριν τον πόλεμο στη Μέση Ανατολή, η Ευρώπη πράγματι πόνταρε στο φθηνό αμερικανικό αέριο, για να περιορίσει το μεγάλο χάσμα ανταγωνιστικότητας με τις ΗΠΑ.
Σύμφωνα με τη Wall Street Journal, αν παραταθεί ο πόλεμος στη Μέση Ανατολή, το εγχείρημα αυτό θα τιναχτεί στον αέρα. Εξού και η ενίσχυση της εγχώριας ενεργειακής παραγωγής και κατά συνέπεια το θέμα των ΑΠΕ επανέρχεται στην κορυφή της πολιτικής ατζέντας.
Ευκαιρίες για τους επενδυτές
Για τους επενδυτές, το συμπέρασμα είναι ότι η εγχώρια παραγωγή ενέργειας αποκτά στρατηγική σημασία και τα σχετικά περιουσιακά στοιχεία ενδέχεται να ανατιμηθούν. Οι κυβερνήσεις στις ανεπτυγμένες οικονομίες είναι πιθανό να γίνουν πιο προστατευτικές απέναντι στις εγχώριες εταιρείες καθαρής τεχνολογίας και ενεργειακών υποδομών λόγω γεωπολιτικών εντάσεων και κινδύνων κυβερνοασφάλειας.
Την περασμένη εβδομάδα, η Κομισιόν πρότεινε κριτήρια τοπικού περιεχομένου («Made in EU») για εξοπλισμό, όπως ανεμογεννήτριες, που θα δυσκόλευε σημαντικά τις κινεζικές εταιρείες να αναλάβουν έργα. Αυτό θα μπορούσε να αλλάξει τα δεδομένα για την κερδοφορία των ευρωπαϊκών εταιρειών καθαρής τεχνολογίας, που αυτή τη στιγμή δυσκολεύονται να ανταγωνιστούν τον καταιγισμό φθηνού εξοπλισμού από την Κίνα. Οφελος θα μπορούσε να προκύψει και για εταιρείες ανάπτυξης έργων ανανεώσιμης ενέργειας, επιχειρήσεις ηλεκτρισμού και εταιρείες κατασκευής του εξοπλισμού αναβάθμισης των γηραιών ηλεκτρικών δικτύων της Ευρώπης.
Οι μετοχές καθαρής ενέργειας έχουν ήδη κινηθεί ανοδικά. Ενδεικτικά, το Amundi MSCI New Energy UCITS ETF, το οποίο έχει περίπου το ένα τρίτο της έκθεσής του σε ευρωπαϊκές μετοχές, ενισχύεται κατά 14% από τις αρχές Ιανουαρίου, μετά από άνοδο 29% το 2025.
Σημειώνεται ότι η αυξανόμενη ζήτηση ηλεκτρικής ενέργειας από τα data centers δημιουργεί πλέον ανάγκη για κάθε είδους ενεργειακή ισχύ. Οι επενδυτές αναγνωρίζουν ήδη ότι η τεχνητή νοημοσύνη αυξάνει τη ζήτηση για ηλεκτρική ενέργεια, αλλά δεν έχουν αποτιμήσει πλήρως πόσο θα ενισχυθεί η σημασία των εγχώριων ενεργειακών υποδομών σε αυτό το σύνθετο γεωπολιτικό πλαίσιο. Σε κάθε περίπτωση, σύμφωνα με τη WSJ, οι εταιρείες που θα βοηθήσουν την Ευρώπη να απαλλαγεί από τις έντονες διακυμάνσεις των ενεργειακών τιμών δύσκολα θα παραμείνουν φθηνές για πολύ.
moneyreview.gr με πληροφορίες από WSJ




