Η δυτική Θεσσαλονίκη εμφανίζει τη μεγαλύτερη επιφανειακή θερμική επιβάρυνση στην πόλη λόγω της υψηλής πυκνότητας δόμησης, της απουσίας υψηλού πρασίνου αλλά και της έντονης βιομηχανικής δραστηριότητας. Αυτό προκύπτει από διδακτορική εργασία με τίτλο «Χωρικά πρότυπα αστικής θερμικής επιβάρυνσης και πράσινης υποδομής στον μητροπολιτικό πυρήνα της Θεσσαλονίκης» και περιοχή μελέτης τούς έξι δήμους: Θεσσαλονίκης, Καλαμαριάς, Νεάπολης–Συκεών, Παύλου Μελά, Κορδελιού–Ευόσμου και Αμπελοκήπων–Μενεμένης.
Όπως φαίνεται από την έρευνα, οι δήμοι Κορδελιού–Ευόσμου, Παύλου Μελά, Αμπελοκήπων–Μενεμένης αποτελούν τα βασικά «hotspots» της μητροπολιτικής Θεσσαλονίκης. Η Ελένη Αθανασούλη, πολιτικός μηχανικός-υποψήφια διδάκτορας, εξετάζει πού η αυξημένη επιφανειακή θερμική επιβάρυνση συμπίπτει χωρικά με περιορισμένη βλάστηση και περιορισμένη παρουσία οργανωμένων χώρων πρασίνου και αναψυχής.
Στον χάρτη που ακολουθεί παρουσιάζεται η κατανομή της μέσης επιφανειακής θερμοκρασίας (Land Surface Temperature – LST). Τμήματα των δυτικών δήμων εμφανίζουν μεγαλύτερη συγκέντρωση περιοχών όπου συνδυάζονται υψηλότερη επιφανειακή θερμοκρασία και περιορισμένη βλάστηση, διαμορφώνοντας εντονότερα χαρακτηριστικά ελλείμματος αστικού δροσισμού.
Οι τιμές στα αναλυτικά κελιά της περιοχής μελέτης κυμαίνονται από 31,25°C έως 49,31°C. Ο δήμος Κορδελιού–Ευόσμου παρουσίασε μέση LST 43,48°C, ο δήμος Αμπελοκήπων–Μενεμένης 43,04°C, ενώ ο δήμος Νεάπολης–Συκεών περίπου 40°C. Οι τιμές αυτές αφορούν θερμοκρασία της γήινης επιφάνειας, όπως καταγράφεται δορυφορικά, και όχι θερμοκρασία αέρα.
Ο δεύτερος χάρτης παρουσιάζει τις περιοχές όπου συνδυάζονται σχετικά υψηλή επιφανειακή θερμοκρασία και σχετικά χαμηλή βλάστηση. Η ταξινόμηση είναι σχετική με τις διάμεσες τιμές της συνολικής περιοχής μελέτης. Στον δήμο Κορδελιού–Ευόσμου το 53,32% των κελιών ανήκει σε αυτή την κατηγορία, στον δήμο Αμπελοκήπων–Μενεμένης το 53,31%, ενώ στον δήμο Νεάπολης–Συκεών μόλις το 3,80%.Συνολικά, τα αποτελέσματα αναδεικνύουν έντονη χωρική διαφοροποίηση στο εσωτερικό της μητροπολιτικής περιοχής της Θεσσαλονίκης.
Η μελέτη δείχνει την αυξημένη επιφανειακή θερμική επιβάρυνση που εμφανίζεται σε συνδυασμό με τον περιορισμό της βλάστησης και πράσινης υποδομής από δεδομένα που ελήφθησαν το 2025. «Τα αποτελέσματα δείχνουν ότι ο μητροπολιτικός πυρήνας της Θεσσαλονίκης δεν είναι θερμικά ομοιογενής. Στους δυτικούς δήμους που εξετάστηκαν εντοπίζονται μεγαλύτερες εκτάσεις όπου υψηλότερη επιφανειακή θερμοκρασία και χαμηλότερη βλάστηση συμπίπτουν χωρικά» τόνισε η κ. Αθανασούλη.
Η εργασία παρουσιάστηκε στο 2ο Επιστημονικό Συνέδριο Χωρικού Σχεδιασμού και Ανάπτυξης, το οποίο διοργανώθηκε από το Τμήμα Μηχανικών Χωροταξίας και Ανάπτυξης του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, με τίτλο «Ανθεκτικότητα πόλεων και περιφερειών». Το συνέδριο παρακολούθησαν μέλη της ακαδημαϊκής και ερευνητικής κοινότητας, επαγγελματίες του χώρου, φοιτητές, καθώς και στελέχη της δημόσιας διοίκησης και της τοπικής αυτοδιοίκησης στο Κέντρο Διάδοσης Ερευνητικών Αποτελεσμάτων (ΚΕΔΕΑ) του ΑΠΘ.
Ο Νίκος Καρανικόλας, καθηγητής και πρόεδρος του τμήματος, τόνισε ότι καθώς οι ακραίες καιρικές συνθήκες αποτελούν πλέον μια νέα καθημερινότητα και πως ο χωρικός σχεδιασμός οφείλει να βρει άμεσα τα κατάλληλα εργαλεία για να καταστήσει τις πόλεις μας πιο ανθεκτικές.
Δεν αρκεί το πράσινο
Η εργασία της Δρ. Παρασκευής Γκατζιούρα, διδάκτορος του Τμήματος Μηχανικών Χωροταξίας, Πολεοδομίας και Περιφερειακής Ανάπτυξης του Πανεπιστημίου Θεσσαλίας, με τίτλο «Ενεργειακή, οικονομική και προσαρμοστική τρωτότητα στο φαινόμενο της Αστικής Θερμικής Νησίδας. Η τυπολογική αξιολόγηση στο δίπολο Λάρισας – Βόλου», αποδεικνύει ότι το αστικό πράσινο από μόνο του δεν αρκεί για την αντιμετώπιση του φαινομένου.
Η έρευνά της κατέγραψε ένα σημαντικό εύρημα κατά τη σύγκριση των δύο πόλεων: ο Βόλος, παρότι διαθέτει μεγάλη κάλυψη πρασίνου, εμφάνισε εντονότερη θερμοκρασιακή διαφορά ανάμεσα στον αστικό και τον περιαστικό ιστό σε σχέση με τη Λάρισα.
«Ο δροσισμός από το πράσινο δεν επαρκεί αν δεν συνυπολογιστεί η συμπεριφορά και η παλαιότητα του κτηριακού αποθέματος. Στην περιοχή μελέτης, η οποία εστιάζει στο δίπολο Λάρισας – Βόλου, διαπιστώθηκε ότι ο Βόλος, παρά τη μεγάλη κάλυψη πρασίνου που διαθέτει, εμφανίζει εντονότερη θερμοκρασιακή διαφορά μεταξύ αστικού και περιαστικού χώρου σε σχέση με τη Λάρισα. Συνεπώς, η συμβολή του πρασίνου από μόνη της δεν επαρκεί για την εξασφάλιση του απαραίτητου δροσισμού, γεγονός που καθιστά αναγκαίο τον έλεγχο της συμπεριφοράς του κτηριακού αποθέματος», ανέφερε η κ. Γκατζιούρα.
Όπως εξήγησε η ερευνήτρια, «βρισκόμαστε στο στάδιο της δημιουργίας ενός σύνθετου δείκτη, ο οποίος συνυπολογίζει την ενέργεια, την οικονομία και την προσαρμοστικότητα των περιοχών. Στόχος μας είναι να εντοπίσουμε ποιοι άλλοι παράγοντες επηρεάζουν το φαινόμενο, καθώς καθοριστική δεν είναι μόνο η έντασή του, αλλά και το κτηριακό απόθεμα σε συνδυασμό με τη συμπεριφορά του. Στην Ελλάδα, αν και υπάρχουν διαθέσιμα δεδομένα δεικτών, παρατηρούνται σημαντικά κενά. Για παράδειγμα, τα στοιχεία προγραμμάτων όπως το “Εξοικονομώ” δεν είναι προσβάσιμα σε επίπεδο δήμου, ώστε να είναι γνωστή η παλαιότητα των κτηρίων ή οι ενεργειακές παρεμβάσεις που έχουν υλοποιηθεί. Κατά συνέπεια, ο προτεινόμενος δείκτης κρίνεται απαραίτητος για τη συνολική και ολιστική παρακολούθηση της συμπεριφοράς της αστικής θερμικής νησίδας, εξετάζοντας ισορροπημένα τρεις βασικούς παράγοντες: την ενέργεια, την οικονομία και την προσαρμοστική ικανότητα».






