Ιδιαίτερα μετριοπαθείς είναι οι προβλέψεις του επικαιροποιημένου ΕΣΕΚ για την εγκατεστημένη ισχύ ΑΠΕ το 2030, με δεδομένο το χαρτοφυλάκιο των έργων που ήδη λειτουργούν ή είναι ώριμα, ανέφερε ο Πρόεδρος του ΣΠΕΦ, Δρ Στέλιος Λουμάκης, στην ομιλία του στη χθεσινή ημερίδα της ΡΑΑΕΥ με θέμα τις περικοπές ηλεκτρικής ενέργειας από ΑΠΕ.
Κύρια ένσταση στο ΕΣΕΚ αποτελεί η πρόβλεψη για φωτοβολταϊκά πάρκα το 2030. Το επικαιροποιημένο Εθνικό Σχέδιο «τοποθετεί» το ηλιακό χαρτοφυλάκιο στα 13,5 Γιγαβάτ στο τέλος της 10ετίας, με τον κ. Λουμάκη να υποστηρίζει πως αποτελεί πιο ρεαλιστική προσέγγιση το ποσοστό αυτό να αναθεωρηθεί στα 19 Γιγαβάτ.
Επίσης, ο ΣΠΕΦ αναθεωρεί ελαφρώς προς τα πάνω το χαρτοφυλάκιο των χερσαίων αιολικών – στα 9,5 Γιγαβάτ, από 8,9 Γιγαβάτ που προβλέπει το Εθνικό Σχέδιο. Αντίθετα, εκτιμά ότι οι εκτιμήσεις του ΕΣΕΚ είναι ρεαλιστικές στην περίπτωση των υπεράκτιων αιολικών (1,9 Γιγαβάτ), των μεγάλων υδροηλεκτρικών (3,5 Γιγαβάτ), των μικρών υδροηλεκτρικών (0,3 Γιγαβάτ) και των μονάδων αερίου – ΣΗΘΥΑ (8 Γιγαβάτ).
Η εκτίμηση του ΣΠΕΦ για το ότι το Εθνικό Σχέδιο θέτει τον «πήχυ» χαμηλότερα του αναμενόμενου -και ειδικά στα φωτοβολταϊκά, πολύ χαμηλότερα του αναμενόμενου- προέρχεται από τα στοιχεία αναφορικά με τα έργα τα οποία βρίσκονται ήδη εν λειτουργία, σε συνδυασμό με όσα δρομολογούνται. Ενδεικτική περίπτωση αποτελούν τα φωτοβολταϊκά, καθώς αυτή τη στιγμή είναι ηλεκτρισμένα έργα συνολικής ισχύος άνω των 8 Γιγαβάτ, ενώ μόνο για τα «βιομηχανικά PPAs» πρόκειται να κλειδώσουν ηλεκτρικό «χώρο» επιπλέον έργα 2,4 GW (κατεξοχήν ηλιακά πάρκα).
Παράλληλα, σε ισχύ βρίσκονται προγράμματα αυτοπαραγωγής χωρίς συνολική ποσόστωση. Την ίδια στιγμή, μονάδες ΑΠΕ (όλων των τεχνολογιών) συνολικής ισχύος περί τα 15 Γιγαβάτ έχουν ήδη λάβει όρους σύνδεσης. Επίσης, στον ΑΔΜΗΕ είναι κατατεθειμένες αιτήσεις περίπου 45 Γιγαβάτ και αναμένουν όρους σύνδεσης.
Όπως είναι φυσικό, η εκτίμηση του Συνδέσμου για μεγαλύτερο «πράσινο» χαρτοφυλάκιο ΑΠΕ αναθεωρεί προς τα πάνω τη δυναμικότητα παραγωγής των εγκατεστημένων έργων στο 2030. Η μεγάλη «ψαλίδα» αφορά τα φωτοβολταϊκά, με το χαρτοφυλάκιο των πάρκων που θα λειτουργούν το 2030 να προβλέπεται πως θα παράγει ετησίως 27,4 Τεραβατώρες το 2030 (από 20,3 Τεραβατώρες που προβλέπει το ΕΣΕΚ).
Διατηρώντας τις εκτιμήσεις για την παραγωγών των υπόλοιπων τεχνολογιών ΑΠΕ και των μονάδων αερίου – ΣΗΘΥΑ στα ίδια επίπεδα με το ΕΣΕΚ, όπως και το ισοζύγιο των εισαγωγών-εξαγωγών, ο πρόεδρος του ΣΠΕΦ προβλέπει πως η συνολική δυναμικότητα παραγωγής ΑΠΕ – ΣΗΘΥΑ το 2030 θα ανέρχεται ετησίως το 2030 σε 56,1 Τεραβατώρες και η συνολική δυναμικότητα παραγωγής (λαμβάνοντας υπόψη το σύνολο του εγχώριου εγκατεστημένου χαρτοφυλακίου) σε 68,3 Τεραβατώρες ετησίως. Στο ΕΣΕΚ το αντίστοιχο νούμερο είναι στις 61,1 Τεραβατώρες.
Την ίδια στιγμή, η ακαθάριστη εγχώρια κατανάλωση ηλεκτρισμού αναμένεται το 2030 να κινείται στις 58 Τεραβατώρες, κάτι που σημαίνει πως θα πλεονάζουν ποσότητες ηλεκτρικής ενέργειας 10,3 Τεραβατωρών. Οι ποσότητες αυτές θα περικόπτονται από τα έργα που δεν έχουν προτεραιότητα κατανομής – καθώς με βάση τον Κανονισμό 943/2019 τα έργα με προτεραιότητα κατανομής (τα οποία θα παράγουν τότε περί τις 17 Τεραβατώρες ετησίως) είναι τα τελευταία τα οποία υφίστανται «ψαλίδι». Υπενθυμίζεται ότι προτεραιότητα κατανομής έχουν οι ΑΠΕ που ηλεκτρίσθηκαν πριν από την 4η Ιουλίου 2019 (ανεξαρτήτως ισχύος) και οι μονάδες κάτω των 400 κιλοβάτ.
Τα έργα χωρίς προτεραιότητα κατανομής αναμένεται να παράγουν στο τέλος της 10ετίας περί τις 39,1 Τεραβατώρες ετησίως. Επομένως, αφού 10,3 Τεραβατώρες θα μένουν εκτός ηλεκτρικού συστήματος, οι περικοπές σε αυτό το χαρτοφυλάκιο υπολογίζονται στο 26,3%.
Με βάση την παρουσίαση του κ. Λουμάκη, οι περικοπές των έργων χωρίς προτεραιότητα πρόκειται να αυξηθούν σε διψήφιο ποσοστό ήδη από το 2025 (10,3%) και να αυξάνονται εφεξής – στο 12% το 2026, στο 22% το 2027, στο 25,4% το 2028 και στο 22,2% το 2029.
Όπως ανέφερε ο κ. Λουμάκης, διαμορφώνονται συνθήκες συστημικής παραγωγικής υπερδυναμικότητας ως προς την τελική ζήτηση ηλεκτρικής ενέργειας σε ετήσια βάση. Τα φωτοβολταϊκά θα πληγούν περισσότερο με περικοπές από κάθε άλλη τεχνολογία ΑΠΕ λόγω της χρονικά συγκεντρωτικής λειτουργίας τους.
Οι περικοπές δεν μπορούν να θεραπευτούν από την αποθήκευση ή τα δίκτυα. Τα προγράμματα αυτοπαραγωγής επιτείνουν το πρόβλημα της έλλειψης ζήτησης / υπερπαραγωγής ενώ, η αποθήκευση μόνο ετεροχρονίζει (μεταφέρει) την έγχυση της παραγωγής σε άλλες ώρες αλλά δεν αυξάνει την ετήσια κατανάλωση.
Τα δίκτυα μόνο μεταφέρουν την ενέργεια σε διαφορετική τοποθεσία για κατανάλωση, εφόσον υπάρχει ζήτηση. Στην πραγματικότητα οι περικοπές θα είναι ακόμη μεγαλύτερες απ’ όσες προδιαγράφει το ετήσιο ισοζύγιο ενέργειας. Τούτο έχει να κάνει με την τήρηση του ισοζυγίου ισχύος στον πραγματικό χρόνο και που εισάγει μια δεύτερη διάσταση. Η ανισορροπία του ισοζυγίου ισχύος, ωστόσο, μπορεί να αμβλυνθεί με την αποθήκευση.



