Ως καταλύτης για την αναδιάταξη των ενεργειακών στρατηγικών των επιχειρήσεων λειτουργεί ο πόλεμος στο Ιράν, ο οποίος ξέσπασε σε μια περίοδο που ούτε η σύρραξη Ρωσίας – Ουκρανίας δείχνει προοπτική αποκλιμάκωσης. Έτσι, σε ένα περιβάλλον που η αβεβαιότητα στις αγορές ενέργειας εντείνεται, ολοένα και περισσότερες εγχώριες εταιρείες (όπως και ευρωπαϊκές) στρέφονται στις ΑΠΕ ως ασφαλές «καταφύγιο». Κι αυτό γιατί η ανάγκη για ενεργειακή σταθερότητα και προβλεψιμότητα αποκτά πλέον πρωταγωνιστικό ρόλο.
Μέχρι πρότινος, τα βασικά κίνητρα για την επένδυση σε ΑΠΕ ήταν η μείωση του ανθρακικού αποτυπώματος και η συμμόρφωση με τους περιβαλλοντικούς στόχους, σε συνδυασμό με τη δυνατότητα εξασφάλισης χαμηλότερου κόστους ενέργειας. Ωστόσο, η νέα γεωπολιτική πραγματικότητα προσθέτει έναν ακόμη κρίσιμο παράγοντα: την προστασία από διεθνείς διαταραχές.
Ο λόγος είναι πως η παραγωγή ενέργειας από ΑΠΕ δεν εξαρτάται από διεθνείς εφοδιαστικές αλυσίδες καυσίμων. Επομένως, δεν επηρεάζεται άμεσα από πολεμικές συγκρούσεις σε περιοχές οι οποίες είναι κρίσιμες για τις διεθνείς ενεργειακές αγορές.
Ανάκαμψη των «πράσινων» PPAs
Ως αποτέλεσμα, η «γεωπολιτική ουδετερότητα» των ΑΠΕ αναδεικνύεται σε βασικό πλεονέκτημα από τους εταιρικούς καταναλωτές. Οι επιχειρήσεις αναγνωρίζουν ότι η ενεργειακή αυτάρκεια -έστω και μερική- μπορεί να λειτουργήσει ως «ασπίδα» απέναντι στις έντονες διακυμάνσεις των τιμών και στις απρόβλεπτες εξελίξεις που χαρακτηρίζουν την παγκόσμια ενεργειακή αγορά.
Σύμφωνα με παράγοντες του κλάδου, η αυξημένη αυτή ανάγκη για σταθερότητα αποτυπώνεται ξεκάθαρα στην αναθέρμανση των συζητήσεων για τη σύναψη διμερών συμβάσεων αγοράς ενέργειας (PPAs). Πολλές εταιρείες έχουν ήδη ξεκινήσει επαφές με συμβουλευτικές εταιρείες, προκειμένου να σχεδιάσουν τη στρατηγική τους για την κάλυψη μέρους των ενεργειακών τους αναγκών, μέσω «πράσινης» ηλεκτρικής ενέργειας τα επόμενα χρόνια.
Το ενδιαφέρον αυτό συνοδεύεται και από πιο συγκεκριμένες ενδείξεις ωρίμανσης της αγοράς. Στο πλαίσιο της αναζήτησης έργων ΑΠΕ που θα μπορούσαν να στηρίξουν τέτοιες συμφωνίες, φαίνεται να διαμορφώνεται μια «χρυσή τομή» στις τιμές αγοραπωλησίας, κοντά στα 55 ευρώ ανά Μεγαβατώρα. Το επίπεδο αυτό θεωρείται ελκυστικό τόσο για τους παραγωγούς όσο και για τους καταναλωτές, ενισχύοντας την πιθανότητα να κλειδώσουν νέες συμφωνίες στο άμεσο μέλλον.
Νέα δυναμική
Αξίζει να σημειωθεί ότι η αγορά των PPAs στην Ελλάδα είχε παρουσιάσει σημάδια κόπωσης τα προηγούμενα χρόνια. Οι συνάψεις συμβάσεων περιορίζονταν κυρίως σε μεγάλες βιομηχανίες, ενώ τα περισσότερα συμβόλαια ήταν μικρής διάρκειας (μέχρι 5 έτη) και αφορούσαν περιορισμένα χαρτοφυλάκια ισχύος (20-30 MW). Η πτώση των χονδρεμπορικών τιμών κατά τις μεσημβρινές ώρες, λόγω της επέλασης των φωτοβολταϊκών, λειτουργούσε ανασταλτικά για τη σύναψη μακροχρόνιων συμφωνιών.
Η σημερινή συγκυρία φαίνεται να αλλάζει τα δεδομένα. Ο παράγοντας «γεωπολιτικό ρίσκο» επανατοποθετεί τα PPAs στο επίκεντρο, καθώς οι επιχειρήσεις επιδιώκουν να «κλειδώσουν» τιμές και να μειώσουν την έκθεσή τους σε ασταθείς αγορές. Η σταθερότητα που προσφέρουν οι διμερείς συμβάσεις καθίσταται πλέον στρατηγικό πλεονέκτημα, και όχι απλώς ένα εργαλείο εξοικονόμησης κόστους.
Άνθηση και του net-billing
Παράλληλα, η νέα αυτή πραγματικότητα ενισχύει και την προοπτική της αυτοπαραγωγής. Σύμφωνα με τα ίδια στελέχη του κλάδου, όλο και περισσότερες ελληνικές επιχειρήσεις εξετάζουν την εγκατάσταση φωτοβολταϊκών συστημάτων στις εγκαταστάσεις τους, με ή χωρίς μπαταρίες, προκειμένου να καλύπτουν μέρος των αναγκών τους μέσω ενεργειακού συμψηφισμού. Η δυνατότητα παραγωγής «δικού τους» ρεύματος προσφέρει όχι μόνο οικονομικά οφέλη, αλλά και αυξημένη ενεργειακή ανεξαρτησία.
Η αυτοκατανάλωση αποκτά με αυτόν τον τρόπο διπλή αξία, αφού αφενός μειώνει το λειτουργικό κόστος, αφετέρου περιορίζει την εξάρτηση από εξωτερικούς παράγοντες. Σε ένα περιβάλλον όπου οι κρίσεις τείνουν να γίνονται πιο συχνές και πιο απρόβλεπτες, η δυνατότητα ελέγχου έστω και μέρους της ενεργειακής τροφοδοσίας αποκτά καταλυτική σημασία.
Πιο θετικά δεδομένα
Παρά τα προβλήματα που έχουν καταγραφεί στην εφαρμογή του νέου μοντέλου ενεργειακού συμψηφισμού (net-billing), η δυναμική της αυτοπαραγωγής παραμένει ισχυρή. Οι δυσλειτουργίες του συστήματος έχουν δημιουργήσει εμπόδια, ωστόσο δεν έχουν ανακόψει το ενδιαφέρον των επιχειρήσεων. Αντίθετα, η ανάγκη για ενεργειακή ασφάλεια ενισχύει τη διάθεση για επενδύσεις.
Ενδεικτικό της τάσης αυτής είναι το πλήθος των αιτήσεων που έχουν ήδη υποβληθεί για έργα αυτοκατανάλωσης. Για να αξιοποιήσουν το net-billing, έχουν κατατεθεί στον ΔΕΔΔΗΕ 5.730 αιτήματα για συστήματα ενεργειακού συμψηφισμού, που αντιστοιχούν σε ισχύ 328 MW. Οι καταναλωτές (ιδιώτες και εταιρικοί) επιδιώκουν να αξιοποιήσουν τα διαθέσιμα εργαλεία, ακόμη και αν αυτά δεν λειτουργούν ακόμη με τον βέλτιστο τρόπο.
Το επόμενο διάστημα αναμένεται καθοριστικό, καθώς το αρμόδιο υπουργείο προετοιμάζει παρεμβάσεις για τη βελτίωση του net-billing. Η άρση των υφιστάμενων εμποδίων, σε συνδυασμό με τη… διαφήμιση στις ΑΠΕ που κάνει ο πόλεμος στο Ιράν, κάνει τους ανθρώπους της ελληνικής αγοράς να εκτιμούν πως θα υπάρξει άμεσα μια νέα φάση ακόμη μεγαλύτερης ανάπτυξης της αυτοπαραγωγής. Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, οι επιχειρήσεις φαίνεται πως θα συνεχίσουν να επενδύουν σε «πράσινες» λύσεις, αναζητώντας όχι μόνο οικονομικά οφέλη, αλλά και μεγαλύτερη ανθεκτικότητα απέναντι στις προκλήσεις της εποχής.





