Με χρηματοδοτική πρόσκληση ύψους 400 εκατ. ευρώ, η οποία αναμένεται να εκδοθεί άμεσα από το ΥΠΕΝ μέσω του ΠΕΚΑ, μπαίνει σε τροχιά η αναβάθμιση των μονάδων διαχείρισης απορριμμάτων σε ολόκληρη τη χώρα, στο πλαίσιο της υποχρεωτικής προσαρμογής του συστήματος διαχείρισης στις νέες απαιτήσεις της Ευρωπαϊκής Ένωσης για υψηλότερα ποσοστά ανακύκλωσης και ανάκτησης υλικών.
Σύμφωνα με αρμόδιες πηγές, η πρόσκληση αφορά την ολοκλήρωση Μονάδων Ανακύκλωσης και Ανάκτησης (ΜΑΑ), Μονάδων Επεξεργασίας Βιοαποβλήτων (ΜΕΒΑ), αλλά και τη μετατροπή των υφιστάμενων Μονάδων Επεξεργασίας Αποβλήτων (ΜΕΑ) σε ΜΑΑ. Οι ίδιες πηγές σημειώνουν ότι οι διαθέσιμοι πόροι αναμένεται να αυξηθούν όσο απαιτηθεί, προκειμένου να χρηματοδοτηθεί το σύνολο των παρεμβάσεων έως το τέλος της δεκαετίας.
Όπως αναφέρουν χαρακτηριστικά, «η πρόσκληση είναι 400 εκατ. ευρώ, όμως οι πόροι θα αυξηθούν όσο απαιτείται ώστε να χρηματοδοτηθούν τα έργα μέχρι και το τέλος του 2030». Παράλληλα, σύμφωνα με τις ίδιες πληροφορίες, στόχος είναι οι σχετικοί πόροι να έχουν απορροφηθεί έως τις 31 Δεκεμβρίου 2030, με το ΥΠΕΝ να θεωρεί ότι το χρονοδιάγραμμα είναι εφικτό, καθώς πολλά από τα έργα βρίσκονται ήδη σε φάση κατασκευής ή δημοπράτησης.
Η νέα αυτή φάση συνδέεται άμεσα με τη συμφωνία της Ελλάδας με την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, η οποία έθεσε ως προϋπόθεση για τη συνέχιση της ευρωπαϊκής χρηματοδότησης τη μετατροπή των υφιστάμενων ΜΕΑ σε Μονάδες Ανακύκλωσης και Ανάκτησης, καθώς και την αλλαγή των τεχνικών προδιαγραφών στις υπό σχεδιασμό ή υπό κατασκευή μονάδες. Στόχος είναι να αυξηθεί σημαντικά η ανάκτηση ανακυκλώσιμων υλικών και να περιοριστεί η ταφή απορριμμάτων.
Οι νέες ΜΑΑ θα επεξεργάζονται κυρίως χωριστά συλλεγμένα αστικά απορρίμματα μέσω μηχανικής και βιολογικής επεξεργασίας, ώστε να αυξηθούν τα ποσοστά ανακύκλωσης και ανάκτησης. Με βάση τη συμφωνία με την Κομισιόν, διασφαλίζεται χρηματοδότηση έως και για το 60% των νέων υποδομών, ενώ προβλέπεται και πρόσθετη ενίσχυση 25% για τις μονάδες που επιτυγχάνουν τους προβλεπόμενους στόχους ανακύκλωσης.
Την ίδια στιγμή, κρίσιμο ζήτημα για την πορεία των έργων παραμένουν οι καθυστερήσεις στην αναθεώρηση των Περιφερειακών Σχεδίων Διαχείρισης Αποβλήτων (ΠΕΣΔΑ). Η εκκρεμότητα αυτή μεταθέτει προς τα πίσω τόσο τα έργα αναβάθμισης των υφιστάμενων μονάδων όσο και τον σχεδιασμό νέων εγκαταστάσεων, ενώ επηρεάζει άμεσα και τη δυνατότητα αποδέσμευσης των ευρωπαϊκών κονδυλίων.
Η επικαιροποίηση των ΠΕΣΔΑ θεωρείται απαραίτητη και για την αναθεώρηση των συμβάσεων ΣΔΙΤ, καθώς μετά την ολοκλήρωση του περιφερειακού σχεδιασμού το ΥΠΕΝ θα πρέπει να ξεκινήσει συζητήσεις με τους αναδόχους των έργων ώστε να προσαρμοστούν οι συμβατικοί όροι στις νέες απαιτήσεις της Κομισιόν.
Στο πλαίσιο αυτό, παρεμβάσεις εκσυγχρονισμού απαιτούνται στις μονάδες που λειτουργούν μέσω ΣΔΙΤ στην Περιφέρεια Πελοποννήσου και στα Ιωάννινα από την ΤΕΡΝΑ Ενεργειακή, στην Κοζάνη από την Ηλέκτωρ, στις Σέρρες από το σχήμα Intrakat – Archirodon – Envitec και στην Ηλεία από το σχήμα ΑΒΑΞ – Μεσόγειος. Οι αλλαγές αυτές έρχονται σε μια περίοδο ανακατατάξεων και στον επιχειρηματικό χάρτη του κλάδου, καθώς μετά τη συμφωνία της ΓΕΚ ΤΕΡΝΑ με τη Masdar, η δραστηριότητα της ΤΕΡΝΑ Ενεργειακή στον τομέα της διαχείρισης απορριμμάτων προβλέπεται να περάσει στη ΓΕΚ ΤΕΡΝΑ.
Η μεγάλη εικόνα
Πάντως, συνολικά, το χαρτοφυλάκιο έργων διαχείρισης απορριμμάτων που «τρέχει» σήμερα ανέρχεται σε 13 έργα, αποτυπώνοντας τόσο την πρόοδο που έχει συντελεστεί τα τελευταία χρόνια όσο και τις εκκρεμότητες που παραμένουν στο μέτωπο των διαγωνιστικών διαδικασιών.
Εξ αυτών, πέντε έργα έχουν ήδη συμβασιοποιηθεί και βρίσκονται σε πλήρη λειτουργία, συγκεκριμένα σε Δυτική Μακεδονία, Σέρρες, Ήπειρο, Ηλεία και Πελοπόννησο, αποτελώντας τον βασικό κορμό των υφιστάμενων υποδομών. Τα υπόλοιπα οκτώ έργα βρίσκονται σε διαφορετικά στάδια διαγωνιστικής ωρίμανσης και αφορούν την Κεντρική Μακεδονία, δύο έργα στην Αττική, καθώς και παρεμβάσεις σε Ρόδο, Σαντορίνη, Κω–Κάλυμνο, Νότιο Αιγαίο και το σχήμα Λαμία–Χαλκίδα.
Σύμφωνα με την ίδια πηγή, στα πέντε τελευταία έργα έχει καταγραφεί ουσιαστική πρόοδος κατά την τελευταία διετία, ωστόσο για την πλήρη ενεργοποίησή τους παραμένει κρίσιμος ο παράγοντας της χρηματοδότησης μέσω του ΕΣΠΑ, προκειμένου να προχωρήσουν στο επόμενο θεσμικό στάδιο και να υποβληθούν στο Ελεγκτικό Συνέδριο.
Η συνολική εικόνα των διαγωνισμών αποτυπώνει μια αγορά που κινείται μεν προς την ολοκλήρωση κρίσιμων υποδομών, αλλά εξακολουθεί να εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από θεσμικά και χρηματοδοτικά «κλειδιά» που θα καθορίσουν τον ρυθμό υλοποίησης των έργων την επόμενη περίοδο.






