Του Νίκου Ρουσάνογλου
Όλο και δυσκολότερη καθίσταται η “εξίσωση” που καλούνται να “λύσουν” οι ενδιαφερόμενοι αγοραστές, μέσω του επερχόμενου προγράμματος “Σπίτι Μου 3“, που επιδοτεί το επιτόκιο στεγαστικού δανείου για την απόκτηση κατοικίας. Σύμφωνα με τα στοιχεία που προκύπτουν από τους δείκτες τιμών της Τράπεζας της Ελλάδος (ΤτΕ), κατά την τριετία που έχουν “τρέξει” τα προγράμματα Σπίτι Μου 1 και Σπίτι Μου 2, δηλαδή από το δεύτερο τρίμηνο του 2023 και μέχρι και το φετινό δεύτερο τρίμηνο, η μέση αύξηση των τιμών πώλησης κατοικίας στο σύνολο της χώρας ανέρχεται σε 25,1%, ενώ ειδικά για τα παλαιότερα ακίνητα (άνω των πέντε ετών), η αύξηση διαμορφώνεται σε 24,5%.
Στην Αττική, η συνολική αύξηση διαμορφώνεται σε 22,3% (και 21,8% για τα παλαιότερα ακίνητα), ενώ στη Θεσσαλονίκη, παρατηρείται πολύ σημαντική άνοδος κατά 30% το ίδιο διάστημα των τελευταίων τριών ετών, με τα παλαιότερα ακίνητα μάλιστα να αυξάνονται ακόμα περισσότερο κατά 32%. Στις άλλες μεγάλες πόλειες, η συνολική αύξηση ανέρχεται σε 24,9%, αλλά για παλαιότερα ακίνητα προκύπτει αύξηση κατά 25,4%.
Είναι λοιπόν εμφανές ότι οι ενδιαφερόμενοι μέσω του επόμενου κύκλου του προγράμματος, αρχής γενομένης από το 2027 θα κληθούν, με τα σημερινά δεδομένα, να πληρώσουν τουλάχιστον 25% ακριβότερα για τα ίδια ακίνητα που πλήρωσαν οι δικαιούχοι του πρώτου κύκλου του προγράμματος. Μάλιστα, το πιθανότερο είναι το ποσοστό αυτό θα αυξηθεί ακόμα περισσότερο τους επόμενους μήνες, καθώς μέχρι σήμερα, έχει παρατηρηθεί η αναπροσαρμογή των ζητούμενων τιμών προς τα πάνω μετά από την εξαγγελία του κάθε νέου κύκλου του προγράμματος. Λαμβάνοντας υπόψη ότι μεσολαβεί όλο το δεύτερο εξάμηνο μέχρι την έναρξη του νέου προγράμματος, το πιο πιθανό είναι ότι ο “πήχυς” θα ξεκινά από περίπου 30% – 35% πάνω από τον αντίστοιχο του πρώτου κύκλου του προγράμματος.
Υπενθυμίζεται ότι με βάση τους όρους που έχουν ανακοινωθεί για το Σπίτι Μου 3, επιλέξιμες παραμένουν κατοικίες που να έχουν άδεια οικοδομής το αργότερο έως τις 31 Δεκεμβρίου 2005 και έτος αποπεράτωσης έως τις 31 Δεκεμβρίου 2007. Παράλληλα, το ανώτατο ποσό στεγαστικού δανείου διαμορφώνεται σε 230.000 ευρώ και η μέγιστη εμπορική αξία κατοικίας σε 300.000 ευρώ.
Εν τω μεταξύ, όχι μόνο οι δικαιούχοι θα κληθούν να πληρώσουν 25-35% περισσότερο για τα ίδια ακίνητα σε σχέση με πριν από τρία χρόνια, αλλά κατά κανόνα, θα πρόκειται για κατασκευές μεγάλης ηλικίας, χωρίς ανακαίνιση, κάτι που σημαίνει ότι οι ανάγκες σε ίδια κεφάλαια είναι ακόμα υψηλότερες. Ήδη, χωρίς να λαμβάνονται υπόψη δαπάνες επισκευής, ή ανακαίνισης, το κόστος είναι σημαντικό για μεγάλη μερίδα ενδιαφερόμενων. Για παράδειγμα, για ένα σπίτι 150.000 ευρώ, ακόμα κι αν εξασφαλιστεί δάνειο στο 90% της αξίας του (135.000 ευρώ), απαιτούνται 15.000 ευρώ για την διαφορά κι επιπλέον 15.000 ευρώ για δαπάνες που σχετίζονται με τα κόστη μεταβίβασης (αμοιβή μεσίτη, δικηγόρου, συμβολαιογράφου, εγγραφή στο κτηματολόγιο κτλ.). Επομένως, το κόστος ανέρχεται σε τουλάχιστον 30.000 ευρώ, προτού ληφθούν υπόψη τυχόν ανάγκες επισκευής, ή ανακαίνισης, που θα ανεβάσουν ακόμα περισσότερο τον “λογαριασμό” και που τελικά λειτουργούν αποτρεπτικά για μεγάλη μερίδα ενδιαφερόμενων.
Σημειωτέον ότι όσο αυξάνεται και η τιμή αγοράς, τόσο αυξάνονται και τα υπόλοιπα κόστη, όπως βέβαια και το ύψος της μηνιαίας δόσης.
Είναι άλλωστε χαρακτηριστικό ότι στον προηγούμενο κύκλο του προγράμματος, που μόλις ολοκληρώθηκε, κάποιες τράπεζες προωθούσαν χρηματοδοτικά προγράμματα “γέφυρα”, ώστε να καλυφθούν και οι ανάγκες σε ίδια κεφάλαια για τους δικαιούχους, που τυχόν δεν είχαν το απαιτούμενο ποσό διαθέσιμο. Δηλαδή, υπήρξαν νοικοκυριά που εύκολα μπορούν να θεωρηθούν υπερχρεωμένα και αποτελούν τους πρώτους υποψήφιους για να βρεθούν ενώπιον σοβαρής οικονομικής δυσχέρειας και αδυναμίας να ανταποκριθούν στις υποχρεώσεις τους, σε περίπτωση μιας σημαντικής αύξησης των επιτοκίων (οι συμβάσεις μέσω του Σπίτι Μου αφορούν αποκλειστικά κυμαινόμενο επιτόκιο), ή κάποιας προσωπικής ατυχίας και έκτακτων δαπανών.
Με βάση τα στοιχεία που προκύπτουν από το Σπίτι Μου 2, οι ενδιαφερόμενοι σπάνια προσεγγίζουν τα ανώτατα όρια που προσφέρονται, κάτι που καθιστά την εύρεση ακινήτου όλο και πιο δύσκολη, ειδικά στα δύο μεγάλα αστικά κέντρα. Σύμφωνα με τα σχετικά νούμερα, το μέσο ύψος ανά δάνειο δεν ξεπέρασε τις 120,4 χιλιάδες ευρώ και η μέση εμπορική αξία των ακινήτων που αποκτήθηκαν διαμορφώθηκε σε 152,1 χιλιάδες ευρώ, ενώ η μέση επιφάνεια ήταν 88,4 τ.μ. Συνολικά, υπογράφηκαν 14.114 δανειακές συμβάσεις, ύψους 1,54 δισ. ευρώ, δηλαδή το 93,5% των εγκρίσεων μετατράπηκε σε σύμβαση, ενώ το 63% αφορούσε κατοικίες στην Αττική και την Θεσσαλονίκη, συνολικού ύψους 920 εκατ. ευρώ.





