Ριζικές αλλαγές στον τρόπο ανάθεσης των δημοσίων έργων σε ολόκληρη την Ευρωπαϊκή Ένωση εισηγείται το νέο πλαίσιο δημοσίων συμβάσεων, που επεξεργάζεται η Ευρωπαϊκή Επιτροπή. Η Κομισιόν σχεδιάζει να αντικαταστήσει τις ευρωπαϊκές οδηγίες με τον Public Procurement Act, έναν ενιαίο κανονισμό, που θα ισχύσει με τον ίδιο τρόπο σε όλα τα κράτη-μέλη. Κάτι που σημαίνει ότι οι χώρες της ΕΕ δεν θα διαθέτουν περιθώρια διαφοροποίησης, όπως συνέβαινε κατά την ενσωμάτωση των προηγούμενων ευρωπαϊκών οδηγιών στις εθνικές νομοθεσίες.
Η σημαντικότερη αλλαγή έγκειται στα κριτήρια επιλογής των αναδόχων. Η τιμή παύει να λειτουργεί ως το μοναδικό κριτήριο επικράτησης, κάτι που σημαίνει ότι μπαίνει τέλος στις υπερβολικές εκπτώσεις. Πλέον ο δείκτης βέλτιστης σχέσης τιμής και ποιότητας (Best Price-Quality Ratio) θα αποτελεί τη βασική μέθοδος ανάθεσης.
Τα ποιοτικά κριτήρια θα έχουν κατ’ αρχήν βαρύτητα τουλάχιστον 30%, ενώ στις συμβάσεις υψηλής έντασης εργασίας το ποσοστό ανεβαίνει στο 50%. Εκτός από την τιμή θα συνεκτιμώνται σε μία προσφορά η τεχνική ποιότητα, η ασφάλεια, η ανθεκτικότητα του έργου, η καινοτομία, το λειτουργικό κόστος και οι περιβαλλοντικές και κοινωνικές επιπτώσεις.
Το νέο ευρωπαϊκό πλαίσιο δημιουργεί αλλαγές και προκλήσεις για τον ελληνικό κατασκευαστικό κλάδο, σε μία δύσκολη διεθνή συγκυρία, με μεγάλες αυξήσεις σε όλα τα στάδια ενός έργου. Τις παρατηρήσεις και τον προβληματισμό τους κατέγραψαν οι εκπρόσωποι των εργοληπτικών και μελετητικών οργανώσεων στο πλαίσιο του ITC 2026, του 9ου συνεδρίου Υποδομών – Μεταφορών.
Όπως τόνισε ο Ζαχαρίας Αθουσάκης, στην τελευταία του δημόσια παρέμβαση πριν υποβάλλει την παραίτησή του από την προεδρία του ΣΑΤΕ, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή κατέγραψε σημαντικές αποκλίσεις στον τρόπο εφαρμογής των υφιστάμενων οδηγιών από χώρα σε χώρα, γι’ αυτό κατέληξε στη θεσμοθέτηση ενός δεσμευτικού κανονισμού. Σημείωσε ότι πρόκειται για θετική εξέλιξη, εξέφρασε όμως τον προβληματισμό του για τον τρόπο βαθμολόγησης μίας προσφοράς.
Εξήγησε ότι δεν θα πρέπει να δοθεί στις αναθέτουσες αρχές ευχέρεια ως προς τα κριτήρια ποιότητας που θα εφαρμόζουν και τη βαρύτητα που θα δίνουν σε αυτά, καθώς κάτι τέτοιο θα οδηγήσει σε υποκειμενικές κρίσεις. Σύμφωνα με τον κ. Αθουσάκη είναι αναγκαίο να διασφαλιστεί η αντικειμενικότητα των κριτηρίων και οι αρχές απλά να βλέπουν αν μία εταιρεία που καταθέτει προσφορά σε διαγωνισμό πληροί τις απαιτήσεις
Από την πλευρά του, ο πρόεδρος της ΠΕΣΕΔΕ, Φώτιος Κουβουκλιώτης, έκανε λόγο για μια μνημειώδη πρόταση που αντικαθιστά ό,τι γνωρίζαμε μέχρι σήμερα. Τόνισε ότι την ώρα που η Ευρώπη ετοιμάζει έναν νέο κανονισμό, η Ελλάδα έχει ακόμη πολλές εκκρεμότητες από το προηγούμενο εθνικό και ευρωπαϊκό πλαίσιο.
Ο κ. Κουβουκλιώτης έκανε ιδιαίτερη αναφορά στις φωτογραφικές διατάξεις και τους ειδικούς όρους που προστίθενται στις διακηρύξεις παράτυπα από τις αναθέτουσες αρχές, με συνέπεια να περιορίζεται ο αριθμός των επιχειρήσεων που μπορούν να συμμετάσχουν και να πλήττεται ο υγιής ανταγωνισμός. Στάθηκε επίσης στην μεγάλη επιβάρυνση των εργοληπτικών επιχειρήσεων από τις αυξήσεις τιμών των υλικών και των καυσίμων λόγω του πολέμου στη Μέση Ανατολή, προσθέτοντας ότι το τελευταίο διάστημα δεν υπάρχει καμία ανταπόκριση από την ηγεσία του Υπουργείου Υποδομών στα αιτήματα του κλάδου.
Την εκτίμηση ότι ο νέος κανονισμός δεν θα αλλάξει μόνο τον τρόπο διεξαγωγής ενός διαγωνισμού αλλά και τον τρόπο με τον οποίο σχεδιάζονται και κατασκευάζονται τα έργα διατύπωσε ο πρόεδρος του ΣΕΓΜ, Γιώργος Ντούλης, σημειώνοντας πως ο σχεδιασμός θα πρέπει πλέον να εξετάζει το έργο σε ολόκληρη τη διάρκεια ζωής του. Τόνισε πως μελετητές και κατασκευαστές θα πρέπει να έχουν στη διάθεσή τους αξιόπιστα και πιστοποιημένα στοιχεία για τα υλικά που χρησιμοποιούν.
Ο κ. Ντούλης έκανε επίσης λόγο για ανατροπές στα εργοληπτικά πτυχία, τονίζοντας ότι ο ευρωπαϊκός κανονισμός έρχεται ουσιαστικά να ακυρώσει την ύπαρξη των πτυχίων. Όπως είπε, εάν το νέο σύστημα διευκολύνει τη συμμετοχή νεοφυών και μικρομεσαίων επιχειρήσεων χωρίς να δίνει το ίδιο βάρος στην προηγούμενη εμπειρία, τότε οι υφιστάμενες κατηγορίες και τάξεις πτυχίων κινδυνεύουν να χάσουν τον σημερινό καθοριστικό τους ρόλο.
Σημειώνεται πως η πλήρης εφαρμογή του νέου ενιαίου ευρωπαϊκού κανονισμού αναμένεται το 2030.






