Μια νέα χρηματοδοτική δοκιμασία περιμένει την ευρωπαϊκή αγορά οπτικών ινών, καθώς χρέος άνω των 50 δισ. ευρώ θα χρειαστεί να αναχρηματοδοτηθεί από το 2028 έως το 2040, την ώρα που σε αρκετές χώρες η ανάπτυξη των δικτύων δεν συνοδεύεται από την αναμενόμενη αύξηση των συνδρομητών.
Η προειδοποίηση έρχεται από τη Scope Ratings, η οποία διαπιστώνει ότι το μεγάλο στοίχημα για τις εταιρείες και τους επενδυτές δεν είναι πλέον πόσα νοικοκυριά μπορούν να αποκτήσουν πρόσβαση σε οπτική ίνα, αλλά πόσα τελικά επιλέγουν να συνδεθούν.
Το πρόβλημα είναι ιδιαίτερα έντονο στη Γερμανία και την Αυστρία, όπου, παρά τη σημαντική επέκταση των δικτύων, τα ποσοστά αξιοποίησής τους παραμένουν κάτω από το 25%. Αντίθετα, η Γαλλία και η Ισπανία εμφανίζουν ποσοστά που προσεγγίζουν ή ξεπερνούν το 90%, αποτυπώνοντας δύο πολύ διαφορετικές πραγματικότητες στην ίδια ευρωπαϊκή αγορά.
Η αναχρηματοδότηση των 50 δισ. ευρώ
Σύμφωνα με τη Scope, σχεδόν το ήμισυ του χρέους των ευρωπαϊκών έργων οπτικών ινών θα πρέπει να αναχρηματοδοτηθεί έως το 2030. Περίπου το 62% των συνολικών υποχρεώσεων αφορά δίκτυα στη Γερμανία, την Ιταλία και την Αυστρία, με σημαντικές λήξεις συγκεντρωμένες την περίοδο 2028-2030.
Πρόσθετη δυσκολία δημιουργεί η δομή μεγάλου μέρους των δανείων. Πρόκειται για χρηματοδοτήσεις στις οποίες σημαντικό μέρος του κεφαλαίου αποπληρώνεται στη λήξη, με αποτέλεσμα οι εταιρείες να χρειάζονται νέα κεφάλαια σε μια περίοδο υψηλότερου κόστους δανεισμού.
Εφόσον τα έσοδα από τους συνδρομητές υπολείπονται των αρχικών προβλέψεων, οι πιστωτές ενδέχεται να απαιτήσουν υψηλότερα επιτόκια, πρόσθετα ίδια κεφάλαια ή ακόμη και αναδιάρθρωση των υφιστάμενων χρηματοδοτήσεων.
Η Scope επισημαίνει ότι σε ορισμένα γερμανικά έργα η πραγματική αξιοποίηση των δικτύων κυμαίνεται από μηδέν έως 29%, συχνά περίπου 20 ποσοστιαίες μονάδες χαμηλότερα από τους αρχικούς στόχους. Ήδη αρκετές χρηματοδοτικές συμφωνίες βρίσκονται σε διαδικασία αναδιάρθρωσης.
Δίκτυα υπάρχουν, αλλά οι συνδρομητές δεν ακολουθούν
Η διαφορά μεταξύ διαθεσιμότητας και πραγματικής χρήσης των οπτικών ινών αποτελεί πλέον κρίσιμο δείκτη οικονομικής βιωσιμότητας.
Στην Ισπανία, η κάλυψη φτάνει το 96,5% και το ποσοστό αξιοποίησης το 93,3%. Στη Γαλλία, οι αντίστοιχοι δείκτες διαμορφώνονται στο 93,5% και στο 89,4%.
Η εικόνα είναι εντελώς διαφορετική στη Γερμανία, όπου η κάλυψη βρίσκεται στο 56,1%, αλλά η αξιοποίηση περιορίζεται στο 24,6%. Στην Αυστρία, η κάλυψη ανέρχεται στο 58% και η αξιοποίηση μόλις στο 22,8%.
Αξιοσημείωτη είναι και η περίπτωση της Ολλανδίας, όπου, παρά την κάλυψη του 92,4%, το ποσοστό αξιοποίησης δεν ξεπερνά το 42,6%. Στην Ιταλία διαμορφώνεται στο 29,9%, ενώ στο Ηνωμένο Βασίλειο στο 47,7%.
Οι αποκλίσεις αυτές δείχνουν ότι η κατασκευή ενός δικτύου δεν εξασφαλίζει αυτομάτως και την εμπορική επιτυχία του.
Ο ανταγωνισμός από το 5G και τα παλαιά δίκτυα
Ένας από τους βασικούς λόγους για τη χαμηλή αξιοποίηση των οπτικών ινών είναι η διατήρηση ανταγωνιστικών τεχνολογιών.
Στη Γερμανία, τα καλωδιακά δίκτυα εξακολουθούν να προσφέρουν υψηλές ταχύτητες, συχνά σε χαμηλότερες τιμές, περιορίζοντας τα κίνητρα των καταναλωτών να μεταβούν στις οπτικές ίνες.
Στην Αυστρία, ο ισχυρός ανταγωνισμός από το 5G έχει αντίστοιχο αποτέλεσμα, ενώ στην Ιταλία οι λύσεις σταθερής ασύρματης πρόσβασης ανταγωνίζονται τις οπτικές ίνες, ιδιαίτερα σε αγροτικές περιοχές.
Αντίθετα, η Ισπανία και η Γαλλία έχουν προχωρήσει σε οργανωμένα προγράμματα κατάργησης των παλαιών χάλκινων δικτύων, επιταχύνοντας τη μετάβαση των καταναλωτών στις νέες υποδομές.
Η Scope θεωρεί ότι η ύπαρξη σαφούς χρονοδιαγράμματος για την απόσυρση του χαλκού, σε συνδυασμό με την περιορισμένη παρουσία ανταγωνιστικών τεχνολογιών, αποτελεί καθοριστικό παράγοντα για την επιτυχία των επενδύσεων.
Ούτε η Γαλλία είναι χωρίς προβλήματα
Παρά τις υψηλές επιδόσεις της, η γαλλική αγορά δεν μένει ανεπηρέαστη από τις χρηματοδοτικές πιέσεις.
Ορισμένα δίκτυα σε αγροτικές περιοχές αντιμετωπίζουν αυξημένο κόστος λειτουργίας και συντήρησης, ενώ αλλαγές στη στρατηγική των τηλεπικοινωνιακών παρόχων έχουν περιορίσει τις αρχικά αναμενόμενες εισροές κεφαλαίων.
Η γαλλική ρυθμιστική αρχή ARCEP έχει ανοίξει τη δυνατότητα αναπροσαρμογής τιμών σε συγκεκριμένες περιπτώσεις, ώστε οι φορείς εκμετάλλευσης των δικτύων να αντιμετωπίσουν τις πρόσθετες επιβαρύνσεις.
Ωστόσο, η Scope εκτιμά ότι τα περισσότερα γαλλικά έργα διαθέτουν επαρκείς μηχανισμούς προστασίας, όπως αποθεματικά ρευστότητας και υποστηρικτικό ρυθμιστικό πλαίσιο.
Για τους επενδυτές, το συμπέρασμα είναι σαφές: η ευρωπαϊκή αγορά οπτικών ινών δεν αποτελεί ένα ενιαίο επενδυτικό περιβάλλον με ομοιόμορφο κίνδυνο. Καθώς πλησιάζουν οι μεγάλες λήξεις δανείων, η πραγματική αξιοποίηση των δικτύων και η δυνατότητά τους να παράγουν σταθερά έσοδα θα καθορίσουν ποια έργα μπορούν να αναχρηματοδοτηθούν και ποια θα χρειαστούν αναδιάρθρωση.





