Την «πόρτα εξόδου» από τον κλάδο των ΑΠΕ έχουν επιλέξει αρκετοί μικρομεσαίοι επενδυτές, καθώς η αβεβαιότητα στα έσοδα των «μικρών» φωτοβολταϊκών πάρκων που διαθέτουν, τούς έχει κάνει να αποφασίσουν να πουλήσουν τα έργα. Οι σταθμοί αυτοί αγοράζονται από μεγάλους εγχώριους και ξένους Ομίλους, οι οποίοι «σκανάρουν» την αγορά αναζητώντας ανάλογες ευκαιρίες.
Οι αγοραπωλησίες αφορούν κατά κύριο λόγο φωτοβολταϊκά με «ταρίφες», ισχύος από 500 κιλοβάτ έως 1 Μεγαβάτ, και επομένως με συμβάσεις Feed in Premium. Πρόκειται για μία τάση η οποία έχει εμφανιστεί εντός του 2025 και η οποία διευρύνεται ολοένα περισσότερο. Είναι ενδεικτικό, όπως επισημαίνουν παράγοντες της αγοράς, ότι ακόμη και σε έναν υποσταθμό μπορεί με αυτό τον τρόπο να έχουν αλλάξει χέρια αρκετές δεκάδες έργα.
Σύμφωνα με πληροφορίες, οι τιμές που «κλείνουν» τα σχετικά deal κινούνται μεταξύ 800.000 και 860.000 ευρώ ανά Μεγαβάτ. Μεγαλύτερο ενδιαφέρον για εξαγορά έχουν cluster «μικρών» φωτοβολταϊκών, στην προοπτική οι Όμιλοι που θα τα αποκτήσουν να τα αξιοποιήσουν και για την προσθήκη μπαταρίας στο κοινό σημείο σύνδεσης. Ωστόσο, υπάρχουν υποψήφιοι αγοραστές ακόμη και για επιμέρους φωτοβολταϊκά.
Όπως προαναφέρθηκε, η αβεβαιότητα στην εξέλιξη των εσόδων των πάρκων αποτελεί τον πλέον βασικό λόγο που μικρομεσαίοι επενδυτές έχουν επιλέξει να πουλήσουν τα έργα τους, καθώς η «πύκνωση» των περικοπών και των μηδενικών – αρνητικών χονδρεμπορικών τιμών δημιουργούν ένα ολοένα πιο αρνητικό οικονομικό περιβάλλον. Οι μηδενικές – αρνητικές τιμές πλήττουν ειδικά τα φωτοβολταϊκά με Feed in Premium, τα οποία δεν έχουν προτεραιότητα κατανομής.
Υπενθυμίζεται ότι, σε αυτό το πλαίσιο, ο ΣΕΦ έχει εκτιμήσει ότι για τα φωτοβολταϊκά με FiP η μέση απώλεια εσόδων το 2025 θα κινηθεί στο 17%. Μάλιστα, σύμφωνα με τον Σύνδεσμο, το 2025 θα κλείσει με τη σύνδεση επιπλέον έργων συνολικής ισχύος 2,5 με 2,6 Γιγαβάτ. Επομένως, μέχρι τη στιγμή που θα αναπτυχθεί ένα σημαντικό χαρτοφυλάκιο μπαταριών, η απώλεια εσόδων θα συνεχίζει να ακολουθεί ανοδική τάση. Αξίζει να σημειωθεί ότι έως αυτή τη στιγμή δεν έχουν «κοκκινίσει» τραπεζικά δάνεια, χωρίς ωστόσο αυτό να σημαίνει πως δεν είναι εύλογοι οι προβληματισμοί όσων μικρομεσαίων επενδυτών ανησυχούν.
Πέρα όμως από την ανησυχία για το πώς θα εξελιχθεί η απώλεια εσόδων, για αρκετούς κατόχους «μικρών» φωτοβολταϊκών που το κύριο εισόδημά τους προέρχεται από κάποια άλλη δραστηριότητα, λειτουργεί επίσης αρνητικά το γεγονός ότι η λειτουργία των πάρκων σημαίνει ρίσκα και επιπλέον κόστη, τα οποία ίσως δεν είχαν υπολογίσει εξαρχής στο ύψος στο οποίο διαμορφώνονται. Τέτοια κόστη αφού για παράδειγμα από την εκπροσώπηση των πάρκων στις αγορές, μέχρι τη συντήρησή τους.
Από την άλλη πλευρά, για τους Ομίλους που εξαγοράζουν έργα με FiP, η ύπαρξη εγγυημένου εσόδου προσφέρει ένα μίνιμουμ ορατότητας, έχοντας τη δυνατότητα να διαχειριστούν (τεχνικά και οικονομικά) το ρίσκο που συνεπάγεται το γεγονός ότι τα φωτοβολταϊκά με συμβάσεις Feed in Premium είναι τα πλέον εκτεθειμένα στις μηδενικές – αρνητικές χονδρεμπορικές τιμές. Επίσης, καθώς η χορήγηση όρων σύνδεσης σε νέα έργα προχωρά με πολύ αργούς ρυθμούς, τέτοιες εξαγορές αποτελούν στη δεδομένη συγκυρία έναν από τους λίγους τρόπους που έχουν για να αυξήσουν το εγχώριο χαρτοφυλάκιό τους.







