Του Χάρη Φλουδόπουλου
Σημαντική μείωση, αλλά όχι εξάλειψη, της παραβατικότητας στην αγορά καυσίμων καταγράφει η νέα έρευνα του Εθνικού Μετσόβιου Πολυτεχνείου για λογαριασμό του ΣΕΕΠΕ, η οποία αποτυπώνει ότι οι ελλειμματικές παραδόσεις στην αντλία των πρατηρίων στην Αττική έχουν υποχωρήσει στο 23%, από επίπεδα της τάξης του 33% που είχαν καταγραφεί τα προηγούμενα χρόνια.
Τα αποτελέσματα της μελέτης παρουσίασε ο καθηγητής της Σχολής Χημικών Μηχανικών του ΕΜΠ, Φανούριος Ζαννίκος, επισημαίνοντας ότι πρόκειται για μια έρευνα που πραγματοποιείται εδώ και περίπου 20 χρόνια και λειτουργεί ως “φωτογραφία της στιγμής” της αγοράς. Όπως ανέφερε, μέχρι απόκλιση 1% οι παραδόσεις θεωρούνται εντός των νόμιμων ορίων, ενώ από το σημείο αυτό και πάνω αρχίζουν να καταγράφονται προβληματικές αποκλίσεις.
Σύμφωνα με τα ευρήματα, στην Αττική το 77% των παραδόσεων βρίσκεται εντός των νόμιμων ορίων, ενώ το 23% χαρακτηρίζεται προβληματικό. Αντίστοιχα, στη Θεσσαλονίκη το ποσοστό των κανονικών παραδόσεων διαμορφώνεται στο 81,4%, με τις προβληματικές παραδόσεις στο 18,6%, έναντι περίπου 20% στο παρελθόν.
Ο κ. Ζαννίκος σημείωσε ότι οι έλεγχοι πραγματοποιήθηκαν με μυστικές δειγματοληψίες, ενώ σε ορισμένες περιπτώσεις διαπιστώθηκαν και προβλήματα με τις αποδείξεις ή περιπτώσεις όπου δεν παραδόθηκε το καύσιμο που είχε ζητηθεί. Όπως τόνισε, τα αποτελέσματα δείχνουν μια μικρή αλλά σαφή βελτίωση και αλλαγή τάσης, η οποία συνδέεται με τα μέτρα δέουσας επιμέλειας, τις κυρώσεις προς τους πρατηριούχους και την ενεργοποίηση των ελεγκτικών μηχανισμών.
Ο ίδιος υπογράμμισε ότι το υπουργείο και η ΑΑΔΕ διαθέτουν πλέον τον εξοπλισμό και τα συστήματα για να παρακολουθούν τις αποκλίσεις, καθώς τα συστήματα εισροών-εκροών έχουν κοστίσει σημαντικά ποσά και μπορούν να λειτουργήσουν ως εργαλείο υψηλής τεχνολογίας για τον εντοπισμό της παραβατικότητας.
Από την πλευρά του, ο πρόεδρος του ΣΕΕΠΕ, Γιάννης Αληγιζάκης, ανέφερε ότι η παραβατικότητα αποτελεί διαχρονικό πρόβλημα της ελληνικής αγοράς καυσίμων, το οποίο έγινε ιδιαίτερα έντονο από το 2017 και μετά. Όπως είπε, τα ποσοστά παραβατικότητας στην Αττική διαμορφώνονταν περίπου στο 20% το 2020 και το 2021, ενώ το 2023 και το 2025 εκτινάχθηκαν έως και το 33%.
Σύμφωνα με τον ίδιο, δύο ήταν οι βασικοί λόγοι της αύξησης: αφενός το γεγονός ότι η πολιτεία δεν έλαβε έγκαιρα τα κατάλληλα μέτρα, αφετέρου η επιβολή του πλαφόν, το οποίο, όπως υποστήριξε, συνδέεται άμεσα με την έξαρση της παραβατικότητας, καθώς κατέστησε μη βιώσιμη τη λειτουργία πολλών νόμιμων πρατηρίων, αφήνοντας χώρο σε παραβατικά σχήματα.
Ο κ. Αληγιζάκης χαρακτήρισε το 2025 σημείο καμπής, καθώς ψηφίστηκε αυστηρός νόμος που προβλέπει σφράγιση πρατηρίων για δύο χρόνια. Όπως ανέφερε, έχουν ήδη σφραγιστεί 92 πρατήρια, εκ των οποίων 66 στην Αθήνα και τα υπόλοιπα σε Θεσσαλονίκη και περιφέρεια. Το γεγονός αυτό, όπως είπε, έστειλε στην αγορά το μήνυμα ότι “κάτι άλλαξε”.
Παρά τη βελτίωση, ο πρόεδρος του ΣΕΕΠΕ τόνισε ότι το 23% παραμένει υψηλό ποσοστό και δεν επιτρέπει εφησυχασμό. “Έχει γίνει πολύ μεγάλη προσπάθεια και το ποσοστό της παραβατικότητας μειώθηκε κατά περίπου 10 ποσοστιαίες μονάδες, όμως το 23% εξακολουθεί να είναι ένα πολύ υψηλό νούμερο”, ήταν το βασικό μήνυμα που έστειλε.
Ιδιαίτερη αναφορά έκανε και στη Θεσσαλονίκη, σημειώνοντας ότι ενώ το ποσοστό των προβληματικών παραδόσεων έχει υποχωρήσει από περίπου 20% σε 18%, η ένταση της κλοπής εμφανίζεται αυξημένη. Παράλληλα, προειδοποίησε ότι υπάρχουν ενδείξεις μετατόπισης του προβλήματος προς την περιφέρεια, όπου ο ΣΕΕΠΕ σχεδιάζει νέες έρευνες το επόμενο διάστημα.
Σε ό,τι αφορά το κόστος για τον καταναλωτή, ο κ. Αληγιζάκης ανέφερε ότι με βάση μια τάξη μεγέθους για ετήσια κατανάλωση 30.000 χιλιομέτρων και τιμή καυσίμου περίπου 1,9 ευρώ το λίτρο, το κόστος από την κλοπή στην αντλία εκτιμάται περίπου στα 400 εκατ. ευρώ. Διευκρίνισε ότι το ποσό αυτό αφορά την απώλεια για τον ανυποψίαστο καταναλωτή από τις ελλειμματικές παραδόσεις και όχι το ευρύτερο φαινόμενο του λαθρεμπορίου ή της νοθείας, το οποίο δεν έχει εξεταστεί στο συγκεκριμένο πλαίσιο.
Ο πρόεδρος του ΣΕΕΠΕ απέδωσε τη βελτίωση στην αγορά στη συνεργασία της πολιτείας με τις εταιρείες εμπορίας και ειδικότερα στη δράση της ΑΑΔΕ, του υπουργείου Ανάπτυξης, του υπουργείου Προστασίας του Πολίτη και των συναρμόδιων υπηρεσιών. Όπως είπε, η συνεργασία με την ΑΑΔΕ και την ηγεσία της υπήρξε ουσιαστική, ενώ οι εταιρείες αποδέχθηκαν τα μέτρα δέουσας επιμέλειας, παρά το πρόσθετο κόστος που εκτιμάται σε περίπου 1 εκατ. ευρώ ετησίως ανά εταιρεία.
Ο κ. Αληγιζάκης αναφέρθηκε και στο πλαφόν στα καύσιμα, υποστηρίζοντας ότι η επιβολή του τείνει να γίνει μόνιμο καθεστώς, κάτι που χαρακτήρισε “πανευρωπαϊκή πρωτοτυπία”. Όπως είπε, εάν συνυπολογιστεί και η περίοδος της πανδημίας, η αγορά καυσίμων λειτουργεί σχεδόν διαρκώς υπό καθεστώς πλαφόν, με εξαίρεση περιορισμένα χρονικά διαστήματα.
Σύμφωνα με τον ίδιο, σε συνθήκες κανονικής λειτουργίας η αγορά καυσίμων λειτουργεί με περιθώριο περίπου 8%, ένα από τα χαμηλότερα στην Ευρώπη. Την ίδια στιγμή, την περίοδο 2022-2026 ο πληθωρισμός αυξήθηκε κατά 25%, ο κατώτατος μισθός κατά 29% και το χρηματοοικονομικό κόστος διπλασιάστηκε, χωρίς το πλαφόν να λαμβάνει υπόψη αυτές τις μεταβολές.
Ο πρόεδρος του ΣΕΕΠΕ υποστήριξε ότι το βασικό πρόβλημα στην ελληνική αγορά είναι η υψηλή φορολογία, καθώς περίπου το 55% της τελικής τιμής των καυσίμων αφορά φόρους. Κατά συνέπεια, όταν επιβάλλεται πλαφόν, η πίεση ασκείται στο μικρό εμπορικό περιθώριο της αγοράς, το οποίο περιορίζεται περαιτέρω.
Απαντώντας στα επιχειρήματα υπέρ του πλαφόν, ο κ. Αληγιζάκης ανέφερε ότι όταν το πλαφόν έληξε τον Ιούνιο του 2025 δεν παρατηρήθηκε εκτόξευση των περιθωρίων. Αντιθέτως, όπως είπε, το περιθώριο κινήθηκε από 7,92% σε 8,08%. Παράλληλα επικαλέστηκε έρευνα της Επιτροπής Ανταγωνισμού, σύμφωνα με την οποία δεν διαπιστώθηκε παρέκκλιση στη μετακύλιση αυξήσεων και μειώσεων των διεθνών τιμών προς τον καταναλωτή.
Ο ίδιος σημείωσε ότι συχνά γίνεται λανθασμένη σύγκριση μεταξύ της τιμής του αργού πετρελαίου και της τιμής της βενζίνης ή του diesel στην αντλία, καθώς πρόκειται για διαφορετικά προϊόντα και μεσολαβούν οι τιμές Platts, οι φόροι και το κόστος εφοδιασμού. Επίσης ανέφερε ότι οι μεταβολές των διεθνών τιμών δεν εμφανίζονται άμεσα στην αντλία, αλλά χρειάζονται περίπου τέσσερις ημέρες για να περάσουν πλήρως στην αγορά.
Ο κ. Αληγιζάκης υπογράμμισε ότι ο ΣΕΕΠΕ δεν ζητά χαλάρωση των ελέγχων, αλλά συνέχιση της προσπάθειας κατά της παραβατικότητας και ταυτόχρονα κατάργηση του πλαφόν, καθώς, όπως είπε, οι συνθήκες της αγοράς δεν δικαιολογούν τη διατήρησή του. “Η προστασία του καταναλωτή είναι προτεραιότητα, όμως πρέπει να λαμβάνεται υπόψη και η βιωσιμότητα των επιχειρήσεων”, ανέφερε χαρακτηριστικά.
Στο πλαίσιο αυτό, επεσήμανε ότι ο κλάδος της εμπορίας καυσίμων δεν είναι συνολικά κερδοφόρος από την ελληνική αγορά, επικαλούμενος μελέτη του ΙΟΒΕ σύμφωνα με την οποία την περίοδο 2015-2024 ο κλάδος κατέγραψε ζημιές 122 εκατ. ευρώ. Όπως είπε, τα κέρδη που εμφανίζουν ορισμένες εταιρείες προέρχονται συχνά από δραστηριότητες εκτός της εγχώριας αγοράς, όπως αεροπορικά καύσιμα ή διεθνής εμπορία.
Τέλος, ο πρόεδρος του ΣΕΕΠΕ αναφέρθηκε και στις ιδιαιτερότητες της ελληνικής αγοράς, επισημαίνοντας ότι σε αντίθεση με άλλες δυτικές χώρες, όπου οι μεγάλες εταιρείες ελέγχουν άμεσα τα πρατήρια, στην Ελλάδα μεγάλο μέρος της αγοράς λειτουργεί μέσω ανεξάρτητων πρατηριούχων. Παράλληλα, ο αριθμός των πρατηρίων είναι πολύ μεγάλος σε σχέση με την κατανάλωση, ενώ η υψηλή φορολογία λειτουργεί ως πρόσθετο κίνητρο για παραβατικές πρακτικές.
Το συνολικό μήνυμα της έρευνας και της παρέμβασης του ΣΕΕΠΕ είναι ότι η αγορά καυσίμων εμφανίζει για πρώτη φορά μετά από χρόνια σαφή σημάδια βελτίωσης, με την παραβατικότητα να υποχωρεί από το 33% στο 23%. Ωστόσο, το πρόβλημα παραμένει σοβαρό, με σημαντικό κόστος για τον καταναλωτή, και απαιτείται συνέχιση των ελέγχων, πλήρης αξιοποίηση των συστημάτων εισροών-εκροών και σταθερή συνεργασία πολιτείας, ΑΑΔΕ και αγοράς.






