Του Χάρη Φλουδόπουλου
Η ενεργειακή μετάβαση, η ταχεία ανάπτυξη των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας και η ανάγκη για καλύτερες υπηρεσίες προς τους καταναλωτές φέρνουν το δίκτυο διανομής ηλεκτρικής ενέργειας μπροστά σε νέες απαιτήσεις. Ο ΔΕΔΔΗΕ, διαχειριζόμενος ένα δίκτυο που εκτείνεται σε περίπου 250.000 χιλιόμετρα, καλείται να ανταποκριθεί σε τρεις κρίσιμες προκλήσεις: την εγκατάσταση έξυπνων μετρητών, τη δραστική μείωση του χρόνου νέων συνδέσεων και την αντιμετώπιση των ρευματοκλοπών. Σύμφωνα με στοιχεία του διαχειριστή του δικτύου, η πρόοδος είναι ήδη σημαντική, ωστόσο το μέγεθος των απαιτήσεων παραμένει τεράστιο.
Έξυπνοι μετρητές: Tο μεγαλύτερο έργο ψηφιοποίησης του δικτύου
Το σημαντικότερο έργο εκσυγχρονισμού του δικτύου διανομής είναι η αντικατάσταση των συμβατικών μετρητών από έξυπνους μετρητές νέας γενιάς. Πρόκειται για μια επένδυση που θα αλλάξει ριζικά τον τρόπο λειτουργίας του δικτύου και τη σχέση των καταναλωτών με την ηλεκτρική ενέργεια.
Σήμερα έχουν ήδη εγκατασταθεί περίπου 1,6 εκατομμύρια έξυπνοι μετρητές, οι οποίοι αντιστοιχούν σε περίπου 60% της συνολικής καταναλισκόμενης ενέργειας της χώρας. Το πλάνο προβλέπει επιτάχυνση των εγκαταστάσεων τα επόμενα χρόνια, ώστε το 2026 να έχουν εγκατασταθεί επιπλέον 1,4 εκατομμύρια μετρητές, το 2027 να φθάσουν τα 2,37 εκατομμύρια, το 2028 τα 3,71 εκατομμύρια, το 2029 τα 5,04 εκατομμύρια και το 2030 να ολοκληρωθεί η καθολική αντικατάσταση με 5,94 εκατομμύρια εγκατεστημένους έξυπνους μετρητές.
Η σημασία του έργου δεν περιορίζεται στην αυτόματη καταμέτρηση της κατανάλωσης. Οι νέοι μετρητές αποτελούν τη βάση για την ανάπτυξη δυναμικών τιμολογίων, την καλύτερη διαχείριση της ζήτησης, την ταχύτερη ανίχνευση βλαβών και τη μείωση των τεχνικών και μη τεχνικών απωλειών. Παράλληλα, επιτρέπουν στους καταναλωτές να παρακολουθούν σε πραγματικό χρόνο την κατανάλωσή τους και να προσαρμόζουν τη συμπεριφορά τους ανάλογα με τις τιμές της αγοράς.
Η επιτυχία του προγράμματος θεωρείται κομβικής σημασίας και για τη διείσδυση των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας, καθώς το ψηφιακό δίκτυο αποτελεί προϋπόθεση για τη διαχείριση ενός ενεργειακού συστήματος με ολοένα μεγαλύτερη συμμετοχή αποκεντρωμένης παραγωγής.
Νέες συνδέσεις: H μάχη με τον χρόνο
Η δεύτερη μεγάλη πρόκληση αφορά τη μείωση του χρόνου που απαιτείται για την ολοκλήρωση νέων συνδέσεων. Το ζήτημα έχει αποκτήσει ιδιαίτερη σημασία, καθώς αυξάνονται οι επενδύσεις σε κατοικίες, επιχειρήσεις, υποδομές φόρτισης ηλεκτρικών οχημάτων και έργα ανανεώσιμων πηγών ενέργειας.
Σύμφωνα με τα στοιχεία του διαχειριστή, ο μέσος χρόνος ολοκλήρωσης νέας σύνδεσης έχει μειωθεί κατά περίπου 47% σε σχέση με το 2021. Από τις 145 ημερολογιακές ημέρες που απαιτούνταν πριν από πέντε χρόνια, ο χρόνος υποχώρησε στις 127 ημέρες το 2022, στις 107 το 2023, στις 98 το 2024 και στις 77 ημέρες το 2025. Για το 2026 η εκτίμηση είναι ότι θα διαμορφωθεί στις 55 ημέρες.
Παρά τη σημαντική βελτίωση, ο ΔΕΔΔΗΕ επισημαίνει ότι οι μεγαλύτερες καθυστερήσεις συνδέονται με αδειοδοτικές διαδικασίες που δεν βρίσκονται υπό τον άμεσο έλεγχό του. Μάλιστα, η ανάλυση των ολοκληρωμένων συνδέσεων δείχνει ότι η πλειονότητα των έργων ολοκληρώνεται σε σχετικά σύντομο χρονικό διάστημα, ενώ ένας περιορισμένος αριθμός σύνθετων υποθέσεων με μεγάλες καθυστερήσεις επηρεάζει δυσανάλογα τον συνολικό μέσο όρο.
Χαρακτηριστικά, το 2024 ο σταθμισμένος μέσος χρόνος ολοκλήρωσης κατασκευών ήταν 51 ημέρες, ενώ, αν εξαιρεθούν οι περιπτώσεις με πολύ μεγάλες καθυστερήσεις, ο μέσος χρόνος περιορίζεται στις 20 ημέρες. Το στοιχείο αυτό καταδεικνύει ότι η περαιτέρω βελτίωση θα εξαρτηθεί σε μεγάλο βαθμό από την επιτάχυνση των εξωτερικών εγκρίσεων και αδειοδοτήσεων που απαιτούνται για ορισμένες κατηγορίες έργων.
Ρευματοκλοπές: Η αθέατη επιβάρυνση των συνεπών καταναλωτών
Η τρίτη και ίσως πιο κοινωνικά ευαίσθητη πρόκληση αφορά την καταπολέμηση των ρευματοκλοπών. Οι μη τεχνικές απώλειες του δικτύου εκτοξεύθηκαν τα προηγούμενα χρόνια εξαιτίας τριών διαδοχικών κρίσεων: της οικονομικής κρίσης, της πανδημίας και της ενεργειακής κρίσης που ακολούθησε την εκτίναξη των τιμών ενέργειας.
Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις του ΔΕΔΔΗΕ, το κόστος των μη τεχνικών απωλειών ανέρχεται σε περίπου 450 εκατ. ευρώ ετησίως και μετακυλίεται τελικά στους συνεπείς καταναλωτές. Η επιβάρυνση υπολογίζεται σε περίπου 60 ευρώ ανά λογαριασμό ετησίως, ενώ ήδη χάρη στις δράσεις των τελευταίων δύο ετών έχει περιοριστεί κοντά στα 50 ευρώ.
Τα στοιχεία δείχνουν ότι οι συνολικές απώλειες του διασυνδεδεμένου δικτύου κορυφώθηκαν το 2023 στο 11,4%, ενώ από το 2024 έχει ξεκινήσει καθοδική πορεία. Οι εκτιμήσεις κάνουν λόγο για υποχώρηση στο 10,8% το 2024, στο 10,4% το 2025 και σε ακόμα χαμηλότερα επίπεδα το 2026.
Η αντιμετώπιση του φαινομένου συνδέεται άμεσα και με την επέκταση των έξυπνων μετρητών, οι οποίοι καθιστούν ευκολότερο τον εντοπισμό ύποπτων καταναλώσεων και παραβάσεων. Σύμφωνα με τον διαχειριστή, το συνολικό όφελος για τους συνεπείς καταναλωτές από τη μείωση των απωλειών και την αξιοποίηση των εισπράξεων προστίμων εκτιμάται σε 150 έως 200 εκατ. ευρώ για την περίοδο 2024-2025.
Ακόμα μία κρίσιμη διάσταση αφορά την αξιοποίηση των ψηφιακών εργαλείων διαχείρισης του δικτύου. Ο ΔΕΔΔΗΕ έχει ήδη αναπτύξει συστήματα που καλύπτουν περίπου 5,7 εκατομμύρια πελάτες, επιτρέποντας τον ακριβέστερο εντοπισμό βλαβών και την ταχύτερη ενημέρωση των καταναλωτών. Περίπου 3 εκατομμύρια παροχές συνδέονται πλέον με συστήματα τηλεελέγχου, γεγονός που δίνει τη δυνατότητα άμεσης χαρτογράφησης των επηρεαζόμενων περιοχών και καλύτερης κατανομής των συνεργείων πεδίου. Η ψηφιοποίηση αυτή συμπληρώνει τις επενδύσεις σε μετρητές, νέες συνδέσεις και αντιμετώπιση των απωλειών, ενισχύοντας συνολικά την ανθεκτικότητα του δικτύου.
Αυτές οι προκλήσεις συνθέτουν τον πυρήνα του μετασχηματισμού του δικτύου διανομής. Η επιτυχής αντιμετώπισή τους δεν αφορά μόνο τη λειτουργία του ΔΕΔΔΗΕ, αλλά και το κόστος της ενέργειας, την ποιότητα των υπηρεσιών και την ικανότητα της χώρας να στηρίξει τη μετάβαση σε ένα περισσότερο ηλεκτροδοτημένο και ψηφιοποιημένο ενεργειακό σύστημα.



