Ο πρόσφατος καύσωνας επανάφερε για μια ακόμα φορά το θέμα της ενεργειακής επάρκειας της χώρας μας. Η Ελλάδα αναγκάστηκε να προχωρήσει σε αθρόες εισαγωγές ηλεκτρικού ρεύματος από γειτονικές χώρες, ενώ ταυτόχρονα οι τιμές χονδρικής εκτοξεύονταν στα ύψη, επηρεάζοντας και τις τιμές του τελικού καταναλωτή.
Εύλογο λοιπόν το ερώτημα: Μπορούμε να εξασφαλίσουμε ενεργειακή αυτονομία στη χώρα, προστατεύοντας ταυτόχρονα το περιβάλλον, εξασφαλίζοντας χαμηλές τιμές για τον τελικό καταναλωτή ηλεκτρικού ρεύματος αλλά και υψηλές αποδόσεις για τους Έλληνες επενδυτές και οφέλη για την ελληνική οικονομία; Η απάντηση είναι κατηγορηματικά ναι!
Ναι, έχουμε την τεχνογνωσία.
Ναι έχουμε το στελεχικό δυναμικό.
Ναι έχουμε τα απαιτούμενα κονδύλια.
Ναι έχουμε το κατάλληλο κλίμα στην χώρα.
Ναι, αν βεβαίως ληφθούν ορισμένα μέτρα προκειμένου αυτή η ευκαιρία να είναι ευκαιρία για την Ελλάδα και όχι για «επενδυτές» από κάθε πλευρά της Γης που δεν έχουν κανένα λόγο να νοιάζονται για τη χώρα μας.
Να γίνουμε πιο σαφείς φέρνοντας και ένα παράδειγμα:
-Βήμα προόδου είναι ο νόμος των ενεργειακών κοινοτήτων 4513/ 2018. Είναι στο πνεύμα της νομοθεσίας πολλών άλλων ευρωπαϊκών κρατών, στοχεύει στο να γίνει η ευρύτερη δυνατή διάχυση των «ωφελειών» της επένδυσης σε ανανεώσιμες πηγές ενέργειας, σε ευρείες ομάδες του πληθυσμού της χώρας, ο οποίος και τελικά πληρώνει το σχετικό κόστος. Στοχεύει επίσης στο να ωφεληθούν οι τοπικές κοινωνίες από τα έργα ΑΠΕ στην περιοχή τους.
Ο νόμος παρέχει κάποια σημαντικά πλεονεκτήματα στις ενεργειακές κοινότητες σε ότι αφορά τις τιμές που απολαμβάνουν για το ηλεκτρικό ρεύμα που παράγουν καθώς και στην προτεραιότητα σύνδεσης με τα δίκτυα μεταφοράς (τα τελευταία έχουν περιοριστεί σημαντικά με πιο πρόσφατη νομοθεσία). Μπορούν να απολαμβάνουν εξαιρετικά υψηλές εγγυημένες τιμές πώλησης της ηλεκτρικής ενέργειας σε επίπεδο €65/MWhr, την ίδια στιγμή που μέσα από τις ανταγωνιστικές διαδικασίες της ΡΑΕ οι εγγυημένες τιμές για φωτοβολταϊκά έφτασαν έως και €33/MWhr! (αυτό ισχύει για τις ΕΚοιν που έχουν έως 15 μέλη και έχουν καταθέσει πλήρη φάκελο αιτημάτων σύνδεσης με το δίκτυο έως τις 31.12.20).
Ο νόμος θέτει συγκεκριμένα κριτήρια ώστε τα σχήματα των ενεργειακών κοινοτήτων να είναι ευρείας βάσης και να υπάρχει και εντοπιότητα ακριβώς για να απολαμβάνει αυτά τα οφέλη το μεγαλύτερο δυνατό μέρος του πληθυσμού. Όμως η ευνοϊκή αυτή μεταχείριση, έχει δυστυχώς, πέσει θύμα πολύπλευρης κατάχρησης μέσω αδιαφανών νομικών σχημάτων. Υπάρχουν παραδείγματα ομάδων που καταστρατηγούν εν τοις πράγμασι τον απαιτούμενο αριθμό των δικαιούχων συγκεντρώνοντας μέσω πολλαπλών εταιρειών holding την ιδιοκτησία σε 2-3 πρόσωπα έναντι 15 που απαιτεί ο νόμος για να επιτρέπεται η διανομή κερδών
Υπάρχουν παραδείγματα πίσω από τέτοια σχήματα να κρύβονται πολίτες τρίτων χωρών, εκτός ΕΕ, ενδεικτική είναι η περίπτωση με επενδυτές από την Τουρκία…
Πως γίνεται αυτό; Απλά, κάποιοι επενδυτές ιδρύουν ένα αριθμό από ΙΚΕ στην Περιφέρεια που θέλει να δραστηριοποιηθεί η ΕΚοιν. Στη συνέχεια αυτή η ΙΚΕ ελέγχεται από μια αλλοδαπή εταιρεία holding (π.χ. Κυπριακή) η οποία με τη σειρά της ελέγχεται από τον αλλοδαπό επενδυτή. Η ΙΚΕ θεωρείται ότι έχει εντοπιότητα στην Περιφέρεια που είναι η έδρα της, αλλά το πρόσωπο που πραγματικά την ελέγχει μπορεί να είναι από οπουδήποτε στον πλανήτη! Ο ίδιος επενδυτής, Έλληνας ή αλλοδαπός, μπορεί μέσα από αυτό το σχήμα να ελέγχει παραπάνω από μια ΙΚΕ, οπότε καταστρατηγείται και ο ελάχιστος αριθμός μελών με αυτό τον τρόπο. Βεβαίως δεν έχουμε καμία εθνικιστική προσέγγιση, κατά επενδυτών από οποιαδήποτε χώρα, απλά προτιμάμε και προτείνουμε να εξασφαλιστεί ότι τα οφέλη από μια επένδυση (η οποία χρηματοδοτείται με εθνικούς πόρους…) να μένουν εντός Ελλάδος για το καλό της δικής μας οικονομίας…
Ο νόμος για τις ΕΚοιν θέτει μέγιστο ποσοστό συμμετοχής ανά επενδυτή 20%. Με τον παραπάνω τρόπο μπορεί κάποιος ιδιώτης Έλληνας ή αλλοδαπός να ελέγχει μέσα από πέντε ΙΚΕ μέχρι και το 99,99% μιας ΕΚοιν και τα υπόλοιπα μέλη το 0,01%! Έτσι δεν ελέγχεται ο τελικός δικαιούχος των μεριδίων των ΕΚοιν!
Αυτό έχει ως άμεσο αποτέλεσμα και να πληρώνει ο Έλληνας καταναλωτής πολύ υψηλές (και επομένως προνομιακές τιμές ρεύματος σε αυτούς που δεν θα έπρεπε) ενώ ταυτόχρονα καταλαμβάνεται ο ηλεκτρικός χώρος (στα δίκτυα διανομής) από τέτοια σχήματα, εις βάρος των γνήσια τοπικών και κοινοτικών επενδυτών.
Έγινε μια προσπάθεια με τον νόμο Χατζηδάκη (Δεκέμβριος 2020) να αντιμετωπιστεί το πρόβλημα, αυξάνοντας τα απαιτούμενα μέλη από 15 σε 60 ενώ προβλέπεται η συμμετοχή Δήμου προκειμένου οι ΕΚοιν να ωφελούνται από προνομιακές τιμές. Όμως ούτε αυτός ο νόμος δεν αντιμετώπισε τη βασική στρέβλωση: οι επενδυτές που προέρχονται από τρίτες χώρες μπορούν και μετά το νόμο αυτό να κατέχουν ακόμα και πάνω από 99% σε μια ΕΚοιν. Πληρώνει δηλαδή ο Έλληνας καταναλωτής για να ωφελούνται τρίτοι… Επιπλέον η λύση που δίδεται από το νόμο-Χατζηδάκη είναι τόσο δυσλειτουργική που εν τοις πράγμασι δυσκολεύει πάρα πολύ τις ενεργειακές κοινότητες, αν δεν τις καταργεί…
Το θέμα έχει λάβει χαρακτήρα επείγοντος γιατί εν τω μεταξύ, όσες ενεργειακές κοινότητες κατέθεσαν πλήρη φάκελο μέχρι την 31/12/20, έχουν πάρει πλέον σειρά προτεραιότητας για σύνδεση με το δίκτυο είτε του ΔΕΔΔΗΕ είτε του ΑΔΜΗΕ, χωρίς κανένα έλεγχο για το πόσοι και ποιοι κρύβονται πίσω τους.
Τι προτείνουμε λοιπόν: Για να παραμείνουν στη χώρα μας τα οφέλη από την αναγκαία ανάπτυξη των ΑΠΕ και να μπορεί ο τελικός καταναλωτής να απολαμβάνει δίκαιες τιμές πρέπει να υπάρχει έλεγχος του τελικού δικαιούχου πριν προσφερθούν όροι σύνδεσης αλλά και κατά τη διάρκεια του χρόνου που ισχύει η εγγυημένη προνομιακή τιμή πώλησης της ηλεκτρικής ενέργειας. Ειδικά οι επενδυτές οι οποίοι προέρχονται από τρίτες χώρες δεν θα έπρεπε να απολαμβάνουν της προνομιακής μεταχείρισης η οποία έχει σχεδιαστεί για τη μεγαλύτερη δυνατή συμμετοχή του τοπικού πληθυσμού στις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας.



