Του Χάρη Φλουδόπουλου
Στην τέταρτη θέση μεταξύ των ευρωπαϊκών αγορών με τις περισσότερες ώρες αρνητικών τιμών ηλεκτρικής ενέργειας βρέθηκε η Ελλάδα το δεύτερο τρίμηνο του 2026, επιβεβαιώνοντας τις αυξανόμενες πιέσεις που προκαλεί στο ηλεκτρικό σύστημα η μεγάλη διείσδυση των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας, σε συνδυασμό με την περιορισμένη διαθεσιμότητα ευέλικτων πόρων και αποθήκευσης.
Σύμφωνα με την έκθεση European Power Market Outlook Q3 2026 του Montel, η ελληνική αγορά κατέγραψε συνολικά 317 ώρες με αρνητικές τιμές ηλεκτρικής ενέργειας κατά το διάστημα Απριλίου – Ιουνίου, επίδοση που την κατατάσσει στην τέταρτη θέση της Ευρώπης, πίσω μόνο από την Ισπανία, την Πορτογαλία και τη Γαλλία.
Ειδικότερα, η Ισπανία κατέγραψε 596 ώρες αρνητικών τιμών, η Πορτογαλία 462 και η Γαλλία 370, ενώ αμέσως μετά την Ελλάδα ακολούθησαν η Γερμανία με 288 ώρες, η Ολλανδία με 245 και η Πολωνία με 221 ώρες.
Η εικόνα της Ελλάδας αποκτά ιδιαίτερη σημασία εάν συγκριθεί με άλλες αγορές της Νοτιοανατολικής Ευρώπης, όπου το φαινόμενο εμφανίζεται αισθητά πιο περιορισμένο. Συγκεκριμένα, στη Βουλγαρία καταγράφηκαν 142 ώρες αρνητικών τιμών, στη Ρουμανία 147 και στην Κροατία 185 ώρες. Ακόμη πιο χαρακτηριστική είναι η σύγκριση με την Ιταλία, όπου, σύμφωνα με τα στοιχεία της έκθεσης, δεν καταγράφηκαν αρνητικές τιμές κατά την εξεταζόμενη περίοδο.
Τα στοιχεία αναδεικνύουν τις σημαντικές διαφοροποιήσεις που εξακολουθούν να υπάρχουν μεταξύ των ευρωπαϊκών αγορών ηλεκτρικής ενέργειας, τόσο ως προς τον ρυθμό ανάπτυξης των ΑΠΕ όσο και ως προς τη δυνατότητα των συστημάτων να απορροφούν την αυξημένη παραγωγή τους.
Η ελληνική αγορά και η πρόκληση της υπερπαραγωγής
Για την ελληνική αγορά, η υψηλή κατάταξη στις ώρες αρνητικών τιμών αποτελεί ακόμη μία ένδειξη των προκλήσεων που δημιουργεί η ταχεία ανάπτυξη της ηλιακής παραγωγής, ιδιαίτερα κατά τις μεσημεριανές ώρες, όταν η παραγωγή των φωτοβολταϊκών κορυφώνεται, χωρίς να υπάρχει πάντοτε αντίστοιχη ζήτηση ή δυνατότητα αποθήκευσης.
Το αποτέλεσμα είναι να δημιουργούνται συνθήκες πλεονάζουσας προσφοράς ηλεκτρικής ενέργειας, οι οποίες πιέζουν τις τιμές στη χονδρεμπορική αγορά ακόμη και κάτω από το μηδέν.
Το φαινόμενο συνδέεται άμεσα με την ανάγκη ανάπτυξης συστημάτων αποθήκευσης ενέργειας, τα οποία θα μπορούν να απορροφούν την πλεονάζουσα παραγωγή κατά τις ώρες υψηλής παραγωγής ΑΠΕ και να την αποδίδουν στο σύστημα όταν η ζήτηση αυξάνεται και η ηλιακή παραγωγή περιορίζεται.
Παράλληλα, αναδεικνύεται η σημασία της ενίσχυσης των ηλεκτρικών διασυνδέσεων, της ανάπτυξης της απόκρισης ζήτησης και της αποτελεσματικότερης διαχείρισης των δικτύων.
Για τους παραγωγούς ΑΠΕ, οι συχνότερες αρνητικές τιμές αποτελούν έναν πρόσθετο παράγοντα πίεσης στα έσοδα των έργων, καθώς οι ώρες υψηλής παραγωγής συμπίπτουν ολοένα συχνότερα με περιόδους πολύ χαμηλών ή αρνητικών τιμών. Πρόκειται για το φαινόμενο του λεγόμενου “κανιβαλισμού” των τιμών, το οποίο επηρεάζει ιδιαίτερα τα φωτοβολταϊκά και δημιουργεί νέα δεδομένα για τη βιωσιμότητα των επενδύσεων.
Θα πρέπει πάντως να διευκρινιστεί ότι οι αρνητικές τιμές δεν ταυτίζονται με τις περικοπές παραγωγής ΑΠΕ. Πρόκειται για δύο διαφορετικές εκδηλώσεις των ανισορροπιών του συστήματος, οι οποίες ωστόσο συνδέονται με την αυξανόμενη διείσδυση της μεταβλητής ανανεώσιμης παραγωγής και τους περιορισμούς απορρόφησής της.
Ρεκόρ ηλιακής παραγωγής στην Ευρώπη
Σύμφωνα με τη Montel, το δεύτερο τρίμηνο του 2026 χαρακτηρίστηκε από ιστορικά υψηλή παραγωγή ηλιακής ενέργειας στην Ευρώπη, η οποία ξεπέρασε κατά σχεδόν 20% το προηγούμενο ρεκόρ.
Οι παρατεταμένες περίοδοι υψηλών ατμοσφαιρικών πιέσεων και έντονης ηλιοφάνειας ευνόησαν την παραγωγή των φωτοβολταϊκών, δημιουργώντας επαναλαμβανόμενα πλεονάσματα ηλεκτρικής ενέργειας, κυρίως κατά τις μεσημεριανές ώρες.
Η αυξημένη παραγωγή οδήγησε σε ιστορικά χαμηλές αρνητικές τιμές σε αρκετές ευρωπαϊκές αγορές, ενώ η γεωγραφική κατανομή του φαινομένου διαφοροποιήθηκε σε σχέση με το προηγούμενο έτος.
Η έκθεση επισημαίνει ότι οι διαφοροποιήσεις αυτές αντανακλούν τόσο τον διαφορετικό ρυθμό εγκατάστασης νέων φωτοβολταϊκών όσο και τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της ζήτησης ηλεκτρικής ενέργειας σε κάθε χώρα.
Την ίδια στιγμή, στις σκανδιναβικές αγορές καταγράφηκαν αισθητά λιγότερες ώρες αρνητικών τιμών, σε αντίθεση με τις χώρες της νότιας και κεντρικής Ευρώπης, όπου η αυξημένη ηλιακή παραγωγή είχε καθοριστική επίδραση στη διαμόρφωση των τιμών.
Από τις αρνητικές τιμές στα 600 ευρώ η μεγαβατώρα
Ένα από τα πλέον χαρακτηριστικά ευρήματα της έκθεσης είναι η έντονη μεταβλητότητα που παρατηρήθηκε στις ευρωπαϊκές αγορές ηλεκτρισμού.
Παρά τις πολλές ώρες αρνητικών τιμών, η ίδια περίοδος χαρακτηρίστηκε από απότομες αυξήσεις του κόστους ηλεκτρικής ενέργειας, ιδιαίτερα κατά τη διάρκεια του κύματος καύσωνα στα τέλη Ιουνίου.
Στην Ισπανία, οι ημερήσιες και εβδομαδιαίες τιμές ηλεκτρικής ενέργειας ξεπέρασαν επανειλημμένα τα 100 ευρώ ανά μεγαβατώρα, παρά το γεγονός ότι είχαν προηγηθεί περίοδοι ιδιαίτερα υψηλής παραγωγής ΑΠΕ και αρνητικών τιμών κατά τις μεσημεριανές ώρες.
Ακόμη πιο ακραία ήταν η εικόνα στη Γερμανία, όπου οι τιμές ηλεκτρικής ενέργειας εκτινάχθηκαν πάνω από τα 600 ευρώ ανά μεγαβατώρα κατά τις βραδινές ώρες αιχμής.
Οι εξελίξεις αυτές αποτυπώνουν τη νέα πραγματικότητα των ευρωπαϊκών αγορών, δηλαδή την ταυτόχρονη εμφάνιση περιόδων υπερπροσφοράς ηλεκτρικής ενέργειας και εξαιρετικά υψηλών τιμών μέσα στο ίδιο χρονικό διάστημα, ανάλογα με τις καιρικές συνθήκες, τη διαθεσιμότητα των ΑΠΕ και τις ανάγκες κατανάλωσης.
Η Montel επισημαίνει ότι για την αντιμετώπιση των νέων προκλήσεων απαιτούνται ενίσχυση των ηλεκτρικών δικτύων, περισσότερο εξειδικευμένες γεωγραφικές ζώνες υποβολής προσφορών και ταχύτεροι μηχανισμοί περικοπών παραγωγής και ανακατανομής φορτίων, ώστε να αντιμετωπίζονται αποτελεσματικότερα οι τοπικοί περιορισμοί και οι διασυνοριακές ροές ηλεκτρικής ενέργειας.






