Τα σύννεφα στο πράσινο ορίζοντα της Ευρώπης δείχνουν να μη «σκιάζουν» στην Ελλάδα κρίνοντας από τον αμείωτο ρυθμό των νέων αιτημάτων για έργα ΑΠΕ, κυρίως φωτοβολταϊκά, που φτάνουν κάθε μήνα στις υπηρεσίες του ΑΔΜΗΕ, στην «ουρά» του οποίου συσσωρεύεται πλέον το εξωπραγματικό νούμερο των 47 GW.
Σαν να πρόκειται για εικόνα παγωμένη στο χρόνο, και για μια αγορά που αγνοεί τη πραγματικότητα των δυσοίωνων σινιάλων, πηγαίνοντας κόντρα στο ρεύμα της σαφούς επιβράδυνσης των ευρωπαϊκών ρυθμών ανάπτυξης, ειδικά των φωτοβολταϊκών, η ουσία είναι ότι μέσα στους δώδεκα μήνες του 2024 κατατέθηκαν στον ΑΔΜΗΕ, αιτήματα για όρους σύνδεσης, συνολικής ισχύος κοντά στα 13 GW!
Σε μια μόνο δηλαδή χρονιά υποβλήθηκαν νέοι φάκελοι, ίσοι με το 50% του εθνικού στόχου των ΑΠΕ για το 2030 (24,3 GW) και με σχεδόν το 100% του αντίστοιχου στόχου για τα φωτοβολταικά (13,5 GW). Δέχθηκε με άλλα λόγια τους τελευταίους δώδεκα μήνες ο ΑΔΜΗΕ νέες αιτήσεις για έργα ΑΠΕ συνολικής ισχύος όση αυτή των φωτοβολταϊκών που θέλει να έχει η χώρα στα τέλη της δεκαετίας.
Το εντυπωσιακό είναι ότι τα αιτήματα για όρους σύνδεσης προς τον Διαχειριστή δεν έκαναν «κοιλιά» σε κανένα σημείο του 2024. Ετρεχαν με ένα σταθερό μέσο μηνιαίο ρυθμό του 1 GW, δηλαδή ανάλογο με εκείνο που είχαν και στις αρχές της χρονιάς. Τότε που το θέμα των περικοπών, των αρνητικών τιμών και όλων των άλλων σημάτων από την αγορά και τη πολιτεία δεν είχε προσλάβει τη σημερινή δημοσιότητα. Σαν μεγάλο μέρος της αγοράς να «κωφεύει» συνειδητά στα προειδοποιητικά σινιάλα και να πιστεύει ότι όλο και κάποια νέα ρύθμιση θα ψηφιστεί από τη κυβέρνηση, κάποιο παράθυρο θα ανοίξει για να ξεπεραστεί η άβολη αυτή καινούργια πραγματικότητα.
Η εικόνα μήνα – μήνα
Στους πρώτους τέσσερις μήνες, από τον Ιανουάριο έως τον Απρίλιο, είχαμε κατά μέσον όρο αιτήματα λίγο κάτω ή λίγο πάνω από 1 GW το μήνα. Τον Μάιο έπεσαν στα 0,64 GW, τον Ιούνιο εκτινάχθηκαν στα 1,47 GW, τον Ιούλιο μειώθηκαν σε 0,98 GW, τον Αύγουστο διατηρήθηκαν στα ίδια επίπεδα των 0,94 GW και τον Σεπτέμβριο αυξήθηκαν εκ νέου στα 1,36 GW. Τον Οκτώβρη έκλεισαν στα 1,087 GW, τον Νοέμβρη έπεσαν ελαφρώς στα 0,96 GW και στον κύκλο Δεκεμβρίου που ολοκληρώθηκε το πρώτο δεκαήμερο, ανέβηκαν στα 1,23 GW. Επομένως, μεσοσταθμικά υποβάλλονταν κάθε μήνα αιτήματα ισχύος γύρω στα 1,05 GW.
Χαμηλή η ενσωμάτωση αποθήκευσης
Ταυτόχρονα και ενώ θα ανέμενε κανείς μπροστά στη γεμάτη προκλήσεις αυτή εποχή, να αρχίσει να καταγράφεται μια σταθερή τάση ολοένα και περισσότερων αιτήσεων για έργα με ενσωματωμένες μπαταρίες, αυτό ακόμη δεν έχει φανεί. Εξαίρεση κάποιοι μεμονωμένοι μήνες, όπως ο Νοέμβριος, όπου έξι στα δέκα αιτήματα συνοδεύονταν από ενσωματωμένη αποθήκευση, δίχως αυτό να αποτελεί τον κανόνα.
Αλλωστε οι μπαταρίες είναι ακόμη ακριβές. Τα κόστη μπορεί να έχουν πέσει κατά 60% μέσα στο τελευταίο ενάμιση χρόνο, ωστόσο η συνολική επενδυτική δαπάνη δεν έχει μειωθεί, καθώς έχουν αυξηθεί τα κόστη σύνδεσης. Και ίσως αυτή ακριβώς η αβεβαιότητα για το τι μέλλει γενέσθαι στην αγορά των ΑΠΕ να κάνει τους επενδυτές να δεσμεύουν όσο το δυνατό μικρότερο Capex ειδικά για έργα χωρίς όρους σύνδεσης, που ουδείς ξέρει αν ποτέ θα γίνουν. Στον κύκλο Δεκεμβρίου, μόνο το 12,5% των αιτήσεων συνοδεύονταν από αποθήκευση (οκτώ σταθμοί με φωτοβολταικά ισχύος 154 MW, όλα έργα της παρ 11Β).
Το breakdown φωτοβολταϊκών – αιολικών
Στο έτερο ερώτημα, ποιο είναι το breakdown των νέων αιτημάτων, δηλαδή αν επιβεβαιώνεται η τάση υπέρ των αιολικών που βλέπουμε εσχάτως στα μεγάλα deals, η εικόνα δείχνει ακόμη μια απόλυτη κυριαρχία των φωτοβολταϊκών. Η αναλογία παραμένει 70%-80% έναντι 20%-30%.
Το Δεκέμβρη για παράδειγμα από το σύνολο των 46 αιτήσεων συνολικής ισχύος 1,23 GW, οι 25 αφορούσαν φωτοβολταϊκά 852 MW και οι 13 αιολικά 223 MW. Αντίστοιχη ήταν η εικόνα και το Νοέμβρη επί ενός συνόλου 962 MW. Τα αιολικά ήταν λίγο πάνω από το 18%, με συνολικά 175 MW, ελαφρώς χαμηλότερα απ’ ότι τον Οκτώβρη, όταν είχαν φτάσει να αντιπροσωπεύσουν το 25% του συνόλου (με 274 MW). Αν και το trend είναι υπαρκτό όπως δείχνουν οι εξαγορές και συμφωνίες για έργα με όρους σύνδεσης, δεν υπάρχει ακόμη σε επίπεδο αιτημάτων παρόμοια στροφή.
Μια αγορά που δεν αυτορυθμίζεται
Συμπερασματικά, ένα χρόνο από τότε που άνοιξε στην Ελλάδα η συζήτηση για τα προειδοποιητικά σήματα των πολύ χαμηλών (μηδενικών και αρνητικών) τιμών, καθώς και των περικοπών, η μεγάλη εικόνα, τουλάχιστον όπως καταγράφεται σε επίπεδο αιτημάτων, παραμένει η ίδια.
Αμείωτος καταιγισμός για έργα που πιθανότατα δεν θα γίνουν ποτέ και μια ανεξήγητη επιμονή σε αιτήματα για φωτοβολταϊκά, όταν οι πάντες στη γειτονιά μας, έχουν σκεφτεί ακριβώς το ίδιο. Από τη Β.Μακεδονία και την Αλβανία μέχρι τη Βουλγαρία και τη Ρουμανία, όλοι παράγουν το ίδιο ακριβώς προϊόν. Ενέργεια από ήλιο.
Και ενώ στην Ευρώπη, όπως δείχνει η προχθεσινή έκθεση της Solar Europe, έπειτα από αρκετά χρόνια εκθετικής ανάπτυξης, με ρυθμούς αύξησης 40%, ο κλάδος των φωτοβολταϊκών στην ΕΕ κατεβάζει ταχύτητες με ρυθμό ανάπτυξης μόλις 4%, αυτό στην Ελλάδα δεν συμβαίνει.
Την ίδια στιγμή που οι συμφορήσεις στα δίκτυα, η απουσία μπαταριών και αποθήκευσης, τα αδειοδοτικά προβλήματα, αλλά και ένα γενικότερο κύμα αμφισβήτησης της Ευρωπαϊκής Πράσινης Συμφωνίας από τους ίδιους τους ευρωπαίους πολίτες, κάνουν τις αγορές σε άλλες χώρες να αυτορυθμίζονται, η Ελλάδα ανήκει στις εξαιρέσεις.
Το πρόβλημα γίνεται εύκολα αντιληπτό αν αθροίσει κανείς τα έργα που βρίσκονται σε λειτουργία ή εν αναμονή ηλέκτρισης στο δίκτυο, δηλαδή τα 16 GW, με τα επιπλέον 15 GW ώριμων πάρκων με όρους σύνδεσης, τα οποία σε μεγάλο βαθμό θα κατασκευαστούν. Σύνολο 31 GW.
Αθροίζοντας σε αυτά, τα 47 GW της «ουράς» του ΑΔΜΗΕ, τα φωτοβολταικά στη στέγη και τον προγραμματισμό για υπεράκτια αιολικά, προκύπτει το εξωπραγματικό νούμερο των πάνω από 80 GW.
Ένα τέτοιο πράσινο δυναμικό, αντιστοιχεί σε 3,5 φορές τις ανάγκες του συστήματος σε έργα ΑΠΕ για το 2030 (24,5 GW, ΕΣΕΚ). Ξεπερνά τον στόχο ακόμη και του 2050. Αυτά όλα τα έργα μαζί, στο θεωρητικό σενάριο που θα γίνουν, αντιστοιχούν σε ετήσια παραγωγή ενέργειας γύρω στις 70 TWh, όταν η κατανάλωση της χώρας παραμένει εδώ και χρόνια καθηλωμένη στις 49,5 TWh.




