Πέρασαν σχεδόν έξι χρόνια από την έκδοση της υπ’ αριθ. 2102/2019 απόφασης της Ολομέλειας του Συμβουλίου της Επικρατείας (εφεξής ΣτΕ), δυνάμει της οποίας ακυρώθηκε η αναθεώρηση οικοδομικής άδειας ξενοδοχειακού καταλύματος στην περιοχή της Ακρόπολης. Έξι χρόνια μετά, η Διοίκηση φαίνεται να αδυνατεί να συμμορφωθεί με το σκεπτικό και το διατακτικό της επίμαχης απόφασης, γεγονός που δικαιολογημένα δημιουργεί αμφιβολίες -αρχικά στους ίδιους τους αιτούντες και δευτερευόντως στο σύνολο των πολιτών- ως προς την εν τοις πράγμασι τελικά απονομή δικαιοσύνης.
Η υπόθεση ξεκίνησε στις αρχές του 2019, όταν κάτοικοι της περιοχής Μακρυγιάννη στην Αθήνα, κατέθεσαν ενώπιον του ΣτΕ αίτηση για την ακύρωση οικοδομικής άδειας, καθώς και της αναθεώρησης αυτής, με τις οποίες είχε επιτραπεί στην ιδιοκτήτρια εταιρεία η ανέγερση δεκαώροφου ξενοδοχείου ύψους 33 μέτρων, εντός του κηρυγμένου αρχαιολογικού χώρου της πόλης των Αθηνών. Οι αιτούντες ισχυρίστηκαν, ότι οι προσβαλλόμενες πράξεις είχαν εκδοθεί κατά πρόδηλη παραβίαση των διατάξεων του ν. 3028/2002 για την προστασία του πολιτιστικού περιβάλλοντος. Και τούτο διότι, σε πλήρη αντίθεση με τα προβλεπόμενα στις διατάξεις αυτές, αμφότερες οι εν λόγω πράξεις είχαν εκδοθεί, όχι απλώς χωρίς να προηγηθεί χρονικά, αλλά, πολύ περισσότερο, χωρίς ουδέποτε να έχει χορηγηθεί η εκ του νόμου απαιτούμενη γνωμοδότηση του Κεντρικού Αρχαιολογικού Συμβουλίου (εφεξής ΚΑΣ). Η αίτηση ακυρώσεως απορρίφθηκε, ως προς το σκέλος που αφορούσε στην αρχική οικοδομική άδεια, καθώς κρίθηκε ότι με την ολοκλήρωση του φέροντα οργανισμού του κτιρίου οι αιτούντες είχαν λάβει πλήρη γνώση της πρώτης προσβαλλόμενης πράξης, συνεπώς εκπρόθεσμα αιτήθηκαν την ακύρωσή της. Ως προς την αναθεώρηση της οικοδομικής άδειας όμως, κρίθηκε ότι αυτή ως αυτοτελής εκτελεστή πράξη μπορούσε να ελεγχθεί ακυρωτικά για τις δικές της πλημμέλειες, συνεπώς η Ολομέλεια του Δικαστηρίου προχώρησε στον έλεγχο των λόγων ακύρωσης της προσβαλλόμενης αναθεώρησης.
Έξι χρόνια μετά, η Διοίκηση φαίνεται να αδυνατεί να συμμορφωθεί με το σκεπτικό και το διατακτικό της επίμαχης απόφασης, γεγονός που δικαιολογημένα δημιουργεί αμφιβολίες -αρχικά στους ίδιους τους αιτούντες και δευτερευόντως στο σύνολο των πολιτών- ως προς την εν τοις πράγμασι τελικά απονομή δικαιοσύνης
Πράγματι, με την υπ’ αριθ. απόφαση 2102/2019 ακυρώθηκε η άδεια αναθεώρησης, που αφορούσε εργασίες στο δώμα του ξενοδοχείου, για τον λόγο ότι δεν είχε ληφθεί προηγουμένως έγκριση της σχετικής μελέτης από τον Υπουργό Πολιτισμού, σύμφωνα με τον αρχαιολογικό νόμο, αφού το κτίριο βρισκόταν εντός του αρχαιολογικού χώρου των Αθηνών και πλησίον της Ακρόπολης, η οποία αποτελεί μνημείο της παγκόσμιας κληρονομιάς (UNESCO). Δεδομένου λοιπόν ότι το επίμαχο ακίνητο βρισκόταν εντός του ιστού της αρχαίας πόλης και του προαστίου της, απαιτούνταν πριν από την έκδοση οποιασδήποτε οικοδομικής άδειας, η έγκριση του ΚΑΣ.
Σε συνέχεια της ακυρωτικής απόφασης της Ολομέλειας του ΣτΕ, εκδόθηκε σχετική απόφαση της Υπουργού Πολιτισμού, σε συνέχεια γνωμοδότησης του ΚΑΣ, δυνάμει της οποίας το ανώτατο ύψος του ξενοδοχείου ορίστηκε κατ’ οικονομία στα 24 μέτρα, υπεράνω δε του ύψους αυτού, επιτράπηκε η τοποθέτηση απόληξης κλιμακοστασίου και πέργκολας, ύψους μέχρι 3 μέτρα, τούτο δε διότι το κατασκευασθέν κτίριο λόγω της θέσης, του όγκου και του ύψους του εμπόδιζε τη θέα προς και από την Ακρόπολη και το Μουσείο Ακρόπολης και επιβάρυνε την περιοχή. Αυτή η απόφαση, σηματοδότησε την υποχρέωση κατεδάφισης τμήματος του ήδη ανεγερθέντος ξενοδοχείου.
Το 2021, ήδη δύο χρόνια μετά την έκδοση της αμετάκλητης απόφασης του ΣτΕ, οι αιτούντες υπέβαλαν αίτηση συμμόρφωσης ενώπιον του Τριμελούς Συμβουλίου Συμμόρφωσης του ΣτΕ, επισημαίνοντας ότι ούτε η ιδιοκτήτρια εταιρεία, αλλά ούτε και η ίδια η Διοίκηση, είχαν συμμορφωθεί με την ακυρωτική απόφαση και το ξενοδοχειακό κατάλυμα εξακολουθούσε να λειτουργεί.
Με το πρώτο πρακτικό του Συμβουλίου Συμμόρφωσης κρίθηκε ότι οι μεν Υπουργοί Πολιτισμού και Περιβάλλοντος, διάδικοι στην ακυρωτική δίκη, συμμορφώθηκαν κατ’ αρχήν προς την ακυρωτική απόφαση, σε αντίθεση με τον Δήμο Αθηναίων, ο οποίος όφειλε αμελλητί να χαρακτηρίσει τις εκτελεσθείσες βάσει της ακυρωθείσας αναθεώρησης εργασίες επί του δώματος ως αυθαίρετες και κατεδαφιστέες και να μεριμνήσει για την κατεδάφισή τους, περαιτέρω, δε, δεσμευόμενος από την παρεμπίπτουσα κρίση της απόφασης περί πλημμέλειας της οικοδομικής άδειας, λόγω έκδοσής της χωρίς την έγκριση του Υπουργού Πολιτισμού, όφειλε αρχικά μεν να ανακαλέσει την άδεια αυτή και να υπαγάγει το κτίριο στις διατάξεις περί αυθαιρέτων, ακολούθως δε, να χαρακτηρίσει ως αυθαίρετες και κατεδαφιστέες όλες τις κατασκευές που υπερβαίνουν το καθορισθέν ύψος, να εκδώσει τις αναγκαίες διοικητικές πράξεις για την κατεδάφιση και να μεριμνήσει για την υλική εκτέλεση αυτών.
Πράγματι η αρχική οικοδομική άδεια του επίμαχου ξενοδοχείου ανακλήθηκε μερικώς κατά το σκέλος που αφορούσε στην υπέρβαση του μέγιστου επιτρεπόμενου ύψους ενώ περαιτέρω διενεργήθηκε αυτοψία οπότε και επιβλήθηκαν τα προβλεπόμενα πρόστιμα ανέγερσης και διατήρησης , περαιτέρω δε με απόφαση της Περιφερειακής Υπηρεσίας Τουρισμού, αποφασίστηκε η διακοπή λειτουργίας του επίμαχου ξενοδοχείου. Ωστόσο κατά όλων των ως άνω διοικητικών πράξεων, η κατασκευαστική εταιρεία άσκησε όλα τα προβλεπόμενα ένδικα βοηθήματα, καθώς και τις επίσης προβλεπόμενες αιτήσεις αναστολής οι οποίες έγιναν δεκτές με αποτέλεσμα το ξενοδοχείο να εξακολουθεί να λειτουργεί.
Ακολούθησε η έκδοση άλλων πέντε πρακτικών Συμμόρφωσης εκ μέρους του ΣτΕ, με τα οποία μεταξύ άλλων δόθηκε προθεσμία στη Διοίκηση για την πρόοδο της διαδικασίας και κυρίως για την εκπόνηση των απαραίτητων μελετών για την κατεδάφιση, καθώς η εταιρεία επικαλέστηκε δυσχέρειες του έργου κατεδάφισης. Στο ίδιο μήκος κύματος, κινήθηκαν όλα τα υπόλοιπα πρακτικά, τα οποία κάθε φορά διαπιστώνουν ότι στη διαδικασία κατεδάφισης των αυθαίρετων τμημάτων του ένδικου κτιρίου σημειώνεται περιορισμένη πρόοδος, η οποία υπολείπεται του χρονοδιαγράμματος. Από την πλευρά της η Αποκεντρωμένη Διοίκηση Αττικής ισχυρίζεται ότι είχε προχωρήσει σε ενέργειες για την εξασφάλιση των απαιτούμενων για τη διεξαγωγή του διαγωνισμού ανάθεσης της μελέτης κατεδάφισης πιστώσεων, καθώς διαπίστωσε ότι η ανάληψη του συγκεκριμένου, πράγματι σύνθετου, όπως τεκμηρίωσε σχετικά, εγχειρήματος υπερέβαινε τις τεχνικές δυνατότητες του διαθέσιμου προσωπικού, ωστόσο κι ενώ η κατάρτιση των τευχών δημοπράτησης της σύμβασης μελέτης μερικής κατεδάφισης του επίμαχου κτιρίου βρισκόταν στο στάδιο των τελικών διορθώσεων, διαπιστώθηκε ότι οι απαιτούμενες για το έτος 2025 πιστώσεις για τη διενέργεια της διαγωνιστικής διαδικασίας δεν κατανεμήθηκαν στον προϋπολογισμό της Αποκεντρωμένης Διοίκησης Αττικής για το συγκεκριμένο έτος.
Η ιστορία είναι μακρά, η δικαστική και διοικητική διαδικασία δαιδαλώδης, ο έλεγχος των Συμβουλίων Συμμόρφωσης πλημμελής και το αποτέλεσμα είναι η διατήρηση και λειτουργία ενός ξενοδοχείου, οι τελευταίοι όροφοι του οποίου θα έπρεπε να έχουν κατεδαφιστεί ήδη από το 2019. Ασφαλώς, δεν είναι η μόνη υπόθεση, στην οποία παρατηρείται αβελτηρία, ίσως και αδυναμία της Διοίκησης να εφαρμόσει μια δικαστική απόφαση και ίσως το φαινόμενο αυτό να αποτελεί έναν ακόμα λόγο που εντείνει την αμφισβήτηση της κοινωνίας στον τομέα της Δικαιοσύνης. Και κυρίως ακόμη μια απόδειξη ότι οι υποθέσεις δεν τελειώνουν στις δικαστικές αίθουσες.
Η κ. Αικατερίνη Παπαθανασίου είναι Δικηγόρος Αθηνών, ΔΜΣ Δικαίου Περιβάλλοντος ΕΚΠΑ.




