Η νέα ρύθμιση αυξάνει τον αριθμό των δόσεων από 24 σε 72 για οφειλές που κατέστησαν ληξιπρόθεσμες έως τον Δεκέμβριο του 2023, μειώνοντας θεωρητικά τη μηνιαία επιβάρυνση. Ωστόσο, η βασική προϋπόθεση ένταξης –η τακτοποίηση όλων των νεότερων οφειλών– λειτουργεί ήδη ως ισχυρό φίλτρο αποκλεισμού για χιλιάδες ασφαλισμένους, οι οποίοι συνεχίζουν να δημιουργούν νέα χρέη λόγω έλλειψης ρευστότητας.
Το υψηλό κόστος «ροκανίζει» τη ρύθμιση
Την ίδια ώρα, το βασικότερο «αγκάθι» της ρύθμισης εντοπίζεται στο κόστος εξυπηρέτησης. Το επιτόκιο που διαμορφώνεται στο 5,84% θεωρείται υψηλό για τα οικονομικά δεδομένα των μη μισθωτών, ιδιαίτερα σε ένα περιβάλλον όπου οι εισφορές έχουν αυξηθεί και τα εισοδήματα παραμένουν πιεσμένα. Στην πράξη, η επιβάρυνση αυτή αυξάνει σημαντικά το τελικό ποσό που θα καταβληθεί, περιορίζοντας την ελκυστικότητα της ρύθμισης.
Παράλληλα, δεν προβλέπεται μείωση των προσαυξήσεων και των πρόσθετων τελών, τα οποία αποτελούν κρίσιμο μέρος της συνολικής οφειλής. Είναι ενδεικτικό ότι μεγάλο ποσοστό της αύξησης των ληξιπρόθεσμων οφειλών προέρχεται ακριβώς από αυτές τις επιβαρύνσεις. Στο τελευταίο τρίμηνο του 2025, από την αύξηση των 633 εκατ. ευρώ, τα 447,9 εκατ. ευρώ προήλθαν από πρόσθετα τέλη, γεγονός που καταδεικνύει τη δυναμική διόγκωσης του χρέους.
Μικρά χρέη, μεγάλη αδυναμία πληρωμής
Η εικόνα των οφειλών παραμένει ιδιαίτερα ανησυχητική. Σύμφωνα με τα στοιχεία του ΚΕΑΟ, στο τέλος του 2025 τα συνολικά ληξιπρόθεσμα χρέη προς τα ταμεία ανήλθαν στα 51,31 δισ. ευρώ, αυξημένα κατά 2,03 δισ. ευρώ σε ετήσια βάση. Από αυτά, περίπου 10,5 δισ. ευρώ θεωρούνται χαμηλής ή μηδενικής εισπραξιμότητας, περιορίζοντας το «ρεαλιστικό» προς ανάκτηση ποσό στα 40,8 δισ. ευρώ.
Το πιο κρίσιμο στοιχείο, ωστόσο, είναι η κατανομή των οφειλών. Η συντριπτική πλειονότητα αφορά μικρομεσαίους οφειλέτες: σχεδόν 9 στους 10 χρωστούν έως 30.000 ευρώ, ενώ περίπου 7 στους 10 έχουν οφειλές κάτω από 15.000 ευρώ. Πρόκειται κυρίως για ελεύθερους επαγγελματίες, αυτοαπασχολούμενους και αγρότες, δηλαδή κατηγορίες που αποτελούν τη «ραχοκοκαλιά» της μικρομεσαίας οικονομίας, αλλά εμφανίζουν περιορισμένη δυνατότητα αποπληρωμής.
Ειδικότερα, 1.441.358 οφειλέτες (69,53%) έχουν χρέη έως 15.000 ευρώ, συνολικού ύψους 5,35 δισ. ευρώ. Αν προστεθεί και η επόμενη κατηγορία (15.000 – 30.000 ευρώ), τότε το 87,06% των οφειλετών –δηλαδή πάνω από 1,8 εκατομμύρια φυσικά και νομικά πρόσωπα– συγκεντρώνει οφειλές έως 30.000 ευρώ. Παρά το σχετικά χαμηλό ύψος χρέους ανά οφειλέτη, η αδυναμία ένταξης και διατήρησης ρύθμισης παραμένει εκτεταμένη.
Σε αυτό το περιβάλλον, οι επαγγελματικοί φορείς επιμένουν ότι η αύξηση των δόσεων δεν αρκεί από μόνη της. Ζητούν ρυθμίσεις με μεγαλύτερο αριθμό δόσεων –έως και 120– αλλά κυρίως χαμηλότερα επιτόκια και ουσιαστικά «κουρέματα» στις προσαυξήσεις, ώστε να καταστεί η αποπληρωμή βιώσιμη. Διαφορετικά, όπως επισημαίνουν, η ρύθμιση κινδυνεύει να λειτουργήσει ως πρόσκαιρη διευκόλυνση χωρίς ουσιαστικό αποτέλεσμα.
Τι ζητούν οι μικρομεσαίοι
Όπως επισημαίνει στο mononews.gr ο Πρόεδρος του Βιοτεχνικού Επιμελητηρίου Αθήνας Κωνσταντίνος Δαμίγος «Το πρόβλημα είναι βαθύτερο και διαρθρωτικό. Η συνεχής συσσώρευση οφειλών συνδέεται τόσο με την αύξηση των ασφαλιστικών εισφορών όσο και με τον μηχανισμό προσαυξήσεων που λειτουργεί σωρευτικά επί σειρά ετών. Αυτό δημιουργεί έναν φαύλο κύκλο: οι οφειλές αυξάνονται ταχύτερα από την ικανότητα αποπληρωμής, οδηγώντας πολλούς οφειλέτες εκτός ρυθμίσεων και τελικά σε πλήρη αδυναμία εξυπηρέτησης.
Στην πράξη, ακόμη και η ρύθμιση των 24 δόσεων αποδεικνυόταν απαγορευτική για μεγάλο μέρος των ασφαλισμένων. Η μετάβαση στις 72 δόσεις μειώνει μεν τη μηνιαία δόση, αλλά δεν αντιμετωπίζει τον πυρήνα του προβλήματος: το υψηλό συνολικό κόστος και τη χαμηλή ρευστότητα.
Υπό αυτές τις συνθήκες, η νέα ρύθμιση των 72 δόσεων αποτελεί ένα βήμα προς τη σωστή κατεύθυνση, αλλά με περιορισμένη εμβέλεια. Χωρίς πιο γενναίες παρεμβάσεις –όπως μείωση επιτοκίων, διαγραφή μέρους των προσαυξήσεων και μεγαλύτερη ευελιξία στους όρους ένταξης– το πρόβλημα των ληξιπρόθεσμων οφειλών προς τον e-ΕΦΚΑ δεν φαίνεται να επιλύεται. Αντιθέτως, υπάρχει ο κίνδυνος να ανακυκλώνεται, διατηρώντας χιλιάδες επαγγελματίες και αγρότες εγκλωβισμένους σε έναν διαρκή κύκλο χρεών».






