Πόντους στο υψηλού επιπέδου ανθρώπινο δυναμικό της Ελλάδας το οποίο προσελκύει το τελευταίο διάστημα όλο και περισσότερες επενδύσεις, προσφέρουν οι επιτυχίες των απόδημων. Όταν μάλιστα αυτές αφορούν τον πολλά υποσχόμενο τομέα του AI, το αποτέλεσμα για το brand awareness της χώρας – η οποία κάνει φιλόδοξες προσπάθειες να εδραιωθεί ως κέντρο καινοτομίας της ευρύτερης περιοχής – είναι πολλαπλασιαστικό.
Δύο τέτοια παραδείγματα που χρίζουν προσοχής και επιβεβαιώνουν το παραπάνω είναι οι Αναστάσης Γερμανίδης και Γιάννης Αντώνογλου, συνιδρυτές της Runway και της Reflection AI. Πρόκειται για εταιρείες που έχουν εδραιωθεί στην τεχνητή νοημοσύνη μέσα σε λίγα χρόνια από την ίδρυση τους, συνομιλούν με επιχειρηματικούς κολοσσούς όπως η Meta αλλά και με κυβερνήσεις, όπως αυτή των ΗΠΑ, ενώ εμφανίζουν εταιρική αξία που αθροιστικά ξεπερνά τα 30 δισ. δολάρια.
Τα δύο στελέχη που έχουν μετακομίσει πλέον μόνιμα στις ΗΠΑ βρέθηκαν στη γενέτειρα τους για να συμμετάσχουν στο διεθνές φεστιβάλ καινοτομίας Panathenea που λαμβάνει χώρα αυτές τις ημέρες στη Αθήνα. Κατά τη συνάντηση τους με Έλληνες δημοσιογράφους περιέγραψαν τα επιχειρηματικά τους βήματα, την νέα, πολύ πιο απαιτητική κούρσα της AI αλλά και την επόμενη φάση της επανάστασης της ΤΝ, η οποία φαίνεται πως θα αφορά συστήματα που προσομοιώνουν τον πραγματικό κόσμο, αλληλεπιδρούν μαζί και λαμβάνουν αποφάσεις ή λειτουργούν όλο και πιο αυτόνομα.
Η Runway με αποτίμηση άνω των 5 δισ. και επενδυτές την Nvidia και τη SoftBank
Ο Αναστάσης Γερμανίδης «ονειρευόταν από τα 11 του την προσομοίωση του κόσμου». Αρκετά αργότερα από εκείνη την ηλικία – πριν από περίπου οκτώ χρόνια – αποφάσισε να πειραματιστεί με το όνειρο του και ξεκίνησε Runway. Παρότι η εκκίνηση πραγματοποιήθηκε πολύ πριν το generative AI γίνει mainstream, η Runway αποφάσισε να πειραματιστεί με synthetic media και μοντέλα δημιουργίας εικόνας και βίντεο, παρότι ακόμη η ποιότητα των παραγόμενων αποτελεσμάτων δεν ήταν ικανοποιητική. «Βλέπαμε ότι η ποιότητα βελτιωνόταν εκθετικά. Ήταν λοιπόν προφανές για εμάς ότι κάποια στιγμή δεν θα μπορείς να ξεχωρίσεις τι είναι πραγματικό και τι όχι. Δεν ξέραμε πως μπορεί να αλλάξει ο κόσμος, κάναμε όμως έρευνα για πολύ καιρό μέχρι το 2022, όπου ήρθε η μεγάλη καμπή με το ChatGPT και ο κόσμος συνειδητοποίησε τη δυναμική του generative AI μέ την βοήθεια των πρώτων ισχυρών image models όπως τα DALL-E και Stable Diffusion», ανέφερε χαρακτηριστικά.
Σε αυτό το σημείο η Runway πήρε μία εξαιρετικά επιθετική απόφαση: «Αποφασίσαμε να σταματήσουμε σχεδόν τα πάντα καθώς το προϊόν που είχαμε ήταν προηγούμενης γενιάς και βάλαμε στοίχημα μέσα στις επόμενες 30 ημέρες να αναδιοργανώσουμε πλήρως το προϊόν μας και να φτιάξουμε τα δικά μας ΑΙ εργαλεία, επενδύοντας τεράστια ποσά σε υπολογιστική ισχύ. Πιστεύαμε ότι αν βάζαμε αρκετό compute θα μπορούσαμε να φτιάξουμε πραγματικά σημαντικά video models», σημείωσε.
Το στοίχημα φάνηκε να πετυχαίνει και σήμερα η Runway θεωρείται μία από τις σημαντικότερες εταιρείες generative video διεθνώς. Συνεργάζεται με μεγάλα κινηματογραφικά studios και creative agencies, ενώ έχει ξεπεράσει τα 50 εκατ. χρήστες. Παράλληλα, έχει αντλήσει περίπου 860 εκατ. δολάρια, με αποτίμηση που προσεγγίζει τα 5,3 δισ. δολάρια, έχοντας ως επενδυτές ηχηρά ονόματα όπως η Nvidia, η General Atlantic και η SoftBank.
Ωστόσο, ο ίδιος θεωρεί ότι το AI video είναι απλώς η αρχή. Υπό αυτό το πρίσμα όπως εξήγησε ο επόμενος τομέας επέκτασης της Runway είναι η ρομποτική και τα λεγόμενα world models — συστήματα που δεν δημιουργούν απλώς εικόνες και βίντεο αλλά «μαθαίνουν» πώς λειτουργεί ο φυσικός κόσμος.
«Αν μπορείς να προσομοιώσεις τον κόσμο, μπορείς να εκπαιδεύσεις μηχανές να λειτουργούν μέσα σε αυτόν», ανέφερε χαρακτηριστικά, εξηγώντας πως η ίδια τεχνολογία που χρησιμοποιείται σήμερα στον κινηματογράφο και τα video generation tools μπορεί μελλοντικά να χρησιμοποιηθεί και σε ρομπότ που αλληλεπιδρούν με το περιβάλλον τους. Το μεγάλο πρόβλημα, όπως εξήγησε, είναι η γενίκευση. «Μέχρι σήμερα μπορείς να εκπαιδεύσεις ένα ρομπότ να κάνει ένα συγκεκριμένο task. Το δύσκολο είναι να μπορεί να κάνει τα πάντα».
Από τη Θεσσαλονίκη και την DeepMind στη Reflection AI που ποντάρει σε open-weight μοντέλα AI
Από τον πυρήνα της σύγχρονης AI έρευνας προέρχεται και ο Γιάννης Αντώνογλου, ένας Θεσσαλονικιός που μετά την φοίτησή του σε ελληνικό πανεπιστήμιου πήγε για μεταπτυχιακό στο Εδιμβούργο και κατέληξε στην DeepMind να πειραματίζεται με reinforcement learning (σ.σ. η ενισχυτική μάθηση είναι ένας κλάδος του Machine Learning όπου ένας «agent» μαθαίνει να παίρνει αποφάσεις μέσω δοκιμής και λάθους, αλληλεπιδρώντας με ένα περιβάλλον). «Τα συστήματα αυτά μάθαιναν από μόνα τους, μέσα από τα λάθη τους», εξήγησε επισημαίνοντας ότι μέσω αυτών γεννήθηκαν τα AlphaGo και AlphaZero (σ.σ. συστήματα τεχνητής νοημοσύνης που αναπτύχθηκαν από την Google DeepMind).
Στα χρόνια που ακολούθησαν συμμετείχε σε μερικά από τα σημαντικότερα breakthroughs της σύγχρονης AI, ενώ πριν αποχωρήσει από τη DeepMind εργαζόταν στο Gemini ως επικεφαλής reinforcement learning. Το 2024 αποχώρησε κι αποφάσισε να δημιουργήσει τη Reflection AI, για να χτίσει αυτό που ο ίδιος περιγράφει ως το επόμενο βήμα της τεχνητής νοημοσύνης, που μοιάζει με την αμερικανική εκδοχή της Deep Seek.
Ο αρχικός στόχος της Reflecion AI ήταν να δημιουργήσει autonomous coding agents, AI συστήματα δηλαδή που δεν προτείνουν απλώς κώδικα αλλά μπορούν να κατανοήσουν ένα μεγάλο codebase, να εντοπίσουν προβλήματα, να γράψουν κώδικα, να δοκιμάσουν λύσεις και να ολοκληρώσουν ολόκληρες εργασίες ανάπτυξης λογισμικού. Πλέον βέβαια, η εταιρεία φαίνεται να έχει επεκτείνει το όραμά της πέρα από το coding και να στοχεύει στην ανάπτυξη open weight AI models, ασπαζόμενη την αντίληψη ότι τα ισχυρά μοντέλα AI πρέπει να είναι πιο ανοιχτά και προσαρμόσιμα από τα κλειστά εταιρειών όπως η OpenAI και η Anthropic.
Η εταιρεία έχει ήδη αντλήσει χρηματοδότηση δισεκατομμυρίων, διαθέτει γραφεία σε Νέα Υόρκη, Σαν Φρανσίσκο και Λονδίνο και αναπτύσσει μοντέλα που, σύμφωνα με τον ίδιο, μπορούν να ανταγωνιστούν ακόμη και κινεζικούς κολοσσούς όπως το DeepSeek.
Ως ενεργά μέλη της κοινότητας που διαμορφώνει την επόμενη φάση της τεχνητής νοημοσύνης, οι δύο founders αναφέρθηκαν και στην «φούσκα» της τεχνητής νοημοσύνης και στο τεράστιο κύμα επενδύσεων που καταγράφεται διεθνώς. «Κάθε φορά που εμφανίζεται μια επαναστατική τεχνολογία υπάρχει υπερεπένδυση. Κάποιοι θα χάσουν χρήματα, δεν υπάρχει αμφιβολία. Αλλά αυτό συμβαίνει γιατί η τεχνολογία είναι πραγματικά transformative», σημείωσε ο Αντώνογλου, παραλληλίζοντας την τρέχουσα συγκυρία με την εποχή του dot-com boom. Κατά τον ίδιο η πραγματική μάχη πλέον δεν αφορά μόνο τα καλύτερα μοντέλα αλλά και το ποιος θα διαθέτει υποδομές, υπολογιστική ισχύ και στρατηγική αυτονομία στην AI. Υπό αυτό πρίσμα μάλιστα επεσήμανε ότι η η Ευρώπη χρειάζεται δικές της AI εταιρείες και υποδομές ώστε να μειώσει τις εξαρτήσεις.




