Του Νίκου Τζωρτζακάκη*
Η ενεργειακή κρίση των τελευταίων ετών αναδιαμόρφωσε ουσιαστικά τον τρόπο με τον οποίο οι επιχειρήσεις προσεγγίζουν την ενέργεια και τη διαχείριση του λειτουργικού τους κόστους. Για δεκαετίες, η ενεργειακή δαπάνη αντιμετωπιζόταν ως ένα σχετικά προβλέψιμο λειτουργικό έξοδο. Σήμερα, εξελίσσεται σε κρίσιμο παράγοντα ανταγωνιστικότητας, επιχειρησιακής ανθεκτικότητας και βιωσιμότητας.
Μέσα σε αυτό το νέο οικονομικό περιβάλλον υψηλής μεταβλητότητας στις τιμές ηλεκτρικής ενέργειας, τα έργα ενεργειακής αυτοκατανάλωσης μέσω φωτοβολταϊκών συστημάτων και λύσεων αποθήκευσης ενέργειας μετατρέπονται σταδιακά σε επενδύσεις στρατηγικής σημασίας. Η δυνατότητα σταθεροποίησης του ενεργειακού κόστους, η μείωση της έκθεσης στις διακυμάνσεις της αγοράς ηλεκτρικής ενέργειας και η δημιουργία προβλέψιμων ταμειακών εκροών αποτελούν πλέον βασικά στοιχεία της χρηματοοικονομικής αξιολόγησης μιας επιχείρησης.
Παρά τη σημαντική ανάπτυξη της αγοράς φωτοβολταϊκών στην Ελλάδα τα τελευταία χρόνια, η χώρα εξακολουθεί να παρουσιάζει σημαντική υστέρηση στον τομέα της αυτοκατανάλωσης σε σχέση με ώριμες ευρωπαϊκές αγορές. Σήμερα, τα έργα αυτοκατανάλωσης αντιστοιχούν σε περίπου 8% της συνολικής εγκατεστημένης φωτοβολταϊκής ισχύος, όταν σε αγορές όπως η Γερμανία, η Ολλανδία, το Βέλγιο και η Αυστρία τα αντίστοιχα ποσοστά προσεγγίζουν ή και υπερβαίνουν το 50%-60%.
Η καθυστέρηση στην έκδοση της Υπουργικής Απόφασης για το νέο πλαίσιο του Net Billing, σε συνδυασμό με τις διαχρονικές δυσλειτουργίες στην αδειοδοτική διαδικασία και τους περιορισμούς σύνδεσης στα δίκτυα διανομής, δημιούργησαν για μεγάλο χρονικό διάστημα σημαντική ρυθμιστική αβεβαιότητα. Η αβεβαιότητα αυτή είχε άμεσο αντίκτυπο στην αγορά, οδηγώντας σε αναβολή επενδυτικών αποφάσεων, επιβράδυνση της ωρίμανσης έργων και αυξημένο επενδυτικό ρίσκο για τις επιχειρήσεις.
Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, αναδείχθηκε ακόμη πιο έντονα ένα διαρθρωτικό έλλειμμα της ελληνικής αγοράς: η περιορισμένη ανάπτυξη εξειδικευμένων χρηματοδοτικών μηχανισμών για έργα αυτοκατανάλωσης. Ενώ στις ώριμες ευρωπαϊκές αγορές τα έργα αυτά αντιμετωπίζονται πλέον ως επενδύσεις με προβλέψιμες ταμειακές ροές, μετρήσιμη οικονομική απόδοση και χαμηλό λειτουργικό ρίσκο, στην Ελλάδα η αγορά παρέμεινε επί χρόνια εγκλωβισμένη στη λογική της χρήσης ιδίων κεφαλαίων (με ταυτόχρονη στέρηση τους από άλλες επενδυτικές επιλογές) ή της εξάρτησης από επιδοτήσεις.
Το μοντέλο αυτό περιορίζει την ανάπτυξη μιας πραγματικά ώριμης αγοράς ενεργειακών επενδύσεων, καθώς τα έργα αυτοκατανάλωσης δεν αξιολογούνται ακόμη ευρέως με καθαρά τραπεζικά και επενδυτικά κριτήρια, όπως ο βαθμός απόδοσης, ο χρόνος αποπληρωμής και η δυνατότητα εξυπηρέτησης δανεισμού μέσω της εξοικονόμησης ενέργειας. Στην πράξη, όμως, η ενεργειακή εξοικονόμηση λειτουργεί ως μηχανισμός μείωσης λειτουργικών δαπανών, ικανών να υποστηρίξουν τη χρηματοδότηση του ίδιου του έργου.
Ακριβώς σε αυτό το σημείο αποκτά ιδιαίτερη σημασία η ανάπτυξη εξειδικευμένων χρηματοδοτικών εργαλείων αποκλειστικά για έργα αυτοκατανάλωσης και αποθήκευσης.
Η πρόσφατη πρωτοβουλία της Alpha Bank για τη χρηματοδότηση αμιγώς τέτοιων έργων για επιχειρήσεις αποτελεί ένα ουσιαστικό βήμα προς την κατεύθυνση ωρίμανσης της ελληνικής αγοράς ενεργειακών επενδύσεων. Για πρώτη φορά, διαμορφώνεται ένα χρηματοδοτικό μοντέλο προσαρμοσμένο στα τεχνικοοικονομικά χαρακτηριστικά έργων αυτοκατανάλωσης και αποθήκευσης, συνδέοντας την πιστοδοτική αξιολόγηση όχι μόνο με τα παραδοσιακά χρηματοοικονομικά στοιχεία μιας επιχείρησης, αλλά και με τη μελλοντική ενεργειακή εξοικονόμηση που παράγει το ίδιο το έργο.
Η δυνατότητα χρηματοδότησης έως και 80% του συνολικού κόστους της επένδυσης, σε συνδυασμό με ανταγωνιστικό επιτόκιο, ευέλικτη διάρκεια αποπληρωμής και δομή χρηματοδότησης προσαρμοσμένη στην πραγματική απόδοση της επένδυσης, δημιουργεί πλέον ένα σαφώς πιο βιώσιμο μοντέλο υλοποίησης έργων αυτοκατανάλωσης για τις ελληνικές επιχειρήσεις.
Η συμμέτοχή της ΑΕΝΑΟΣ Ενεργειακά Συστήματα στη διαμόρφωση του συγκεκριμένου χρηματοδοτικού εργαλείου έχει ιδιαίτερη σημασία, καθώς μεταφέρει στο τραπεζικό σύστημα ουσιαστική τεχνογνωσία, εμπειρία από ώριμα έργα αυτοκατανάλωσης και πραγματική κατανόηση των ενεργειακών προφίλ και αναγκών των ελληνικών επιχειρήσεων.
Παράλληλα, θετική εξέλιξη προς αυτή την κατεύθυνση αποτελεί και η νέα δυνατότητα ανάπτυξης μοντέλων “On Bill Financing” από παρόχους ενέργειας, μέσω των οποίων οι επιχειρήσεις μπορούν να υλοποιούν έργα ενεργειακής εξοικονόμησης με αποπληρωμή μέσω του ίδιου του λογαριασμού ενέργειας. Πρόκειται για μια σημαντική αλλαγή φιλοσοφίας για την ελληνική αγορά, καθώς διευρύνει τα διαθέσιμα χρηματοδοτικά εργαλεία και ενισχύει τη μετάβαση από τη λογική της επιδότησης προς πιο ώριμα και βιώσιμα επενδυτικά μοντέλα ενεργειακής μετάβασης.
Η ελληνική αγορά βρίσκεται πλέον σε ένα κρίσιμο σημείο ωρίμανσης, όπου η αγορά ενέργειας, το θεσμικό πλαίσιο και τα νέα χρηματοδοτικά εργαλεία αρχίζουν σταδιακά να ευθυγραμμίζονται. Η επόμενη φάση της ενεργειακής μετάβασης δεν αφορά μόνο την παραγωγή “πράσινης” ενέργειας, αλλά κυρίως τη δημιουργία ενός πιο ανταγωνιστικού, προβλέψιμου και βιώσιμου παραγωγικού μοντέλου για τις ελληνικές επιχειρήσεις.
*Γενικός Διευθυντής, ΑΕΝΑΟΣ Ενεργειακά Συστήματα





