Του Νίκου Ρουσάνογλου
Η αύξηση των τιμών πώλησης κατοικιών κατά 80% κατά μέσο όρο πανελλαδικά την περίοδο από το 2018 μέχρι και το 2025, αλλά και των ενοικίων κατά 55% την ίδια περίοδο, ασκεί πλέον ασφυκτική πίεση στα οικονομικά όλο και περισσότερων νοικοκυριών. Ταυτόχρονα, εμποδίζει την οικονομική ανεξαρτησία των νεότερων ανθρώπων και επομένως και τη δημιουργία νέων νοικοκυριών, επηρεάζοντας άμεσα και το δημογραφικό της χώρας.
Μια νέα έρευνα που πραγματοποιήθηκε τον Φεβρουάριο από την Ierax Analytics για λογαριασμό της Blupeak Estate Analytics, ώστε να καταγραφούν τα δεδομένα για δύο διακριτές ηλικιακές κατηγορίες, των ανθρώπων 25-35 ετών και εκείνων 36-55 ετών, αποκαλύπτει πως το στεγαστικό αναδεικνύεται πλέον σε ένα κατεξοχήν διαγενεακό ζήτημα, καθώς επηρεάζει με διαφορετικό αλλά εξίσου έντονο τρόπο τόσο τις νεότερες όσο και τις μεγαλύτερες ηλικίες. Οι νεότεροι βιώνουν ισχυρότερη οικονομική πίεση, περιορισμένες δυνατότητες αυτονόμησης και λιγότερες επιλογές ως προς τη διαμόρφωση της προσωπικής και οικογενειακής τους ζωής. Την ίδια στιγμή, οι μεγαλύτερες ηλικιακές ομάδες, παρότι εμφανίζουν υψηλότερα ποσοστά ιδιοκτησίας, βρίσκονται αντιμέτωπες με νέες απαιτήσεις, όπως η ανάγκη μετακίνησης, η αναβάθμιση της κατοικίας τους και η προσαρμογή σε ένα μεταβαλλόμενο οικονομικό περιβάλλον.
Με βάση τα ευρήματα της ανάλυσης, το 34% του εισοδήματος των πολιτών ηλικίας από 36 έως 55 ετών και το 32% των νεότερων ηλικιών (25-35 ετών) κατευθύνεται πλέον για την κάλυψη αναγκών που σχετίζονται με τη στέγασή τους, όπως ενοίκιο, στεγαστικό δάνειο, λογαριασμοί κοινής ωφέλειας και κοινόχρηστα. Στην περίπτωση των ανθρώπων 36-55 ετών, των οποίων το μέσο καθαρό μηνιαίο εισόδημα διαμορφώνεται σε 1.316 ευρώ (με βάση τις απαντήσεις που δόθηκαν), αυτό σημαίνει ότι περίπου 440 ευρώ απορροφώνται μηνιαίως για την κάλυψη στεγαστικών αναγκών.
Μεταξύ των νέων, ποσοστό 20% δηλώνει ότι το μηνιαίο κόστος στέγης ξεπερνά το 41% των εισοδημάτων, ενώ αυξάνεται στο 28% όταν πρόκειται για φοιτητές που μένουν σε άλλη πόλη. Αντίστοιχα, 1 στους 2 νοικιάζει (47%), το 27% δηλώνει ότι κατοικεί σε ιδιόκτητο ακίνητο, ενώ ένα πρόσθετο 19% μένει με την οικογένειά του, ποσοστό που αυξάνεται σε 36% μεταξύ των φοιτητών. Ενδιαφέρον όμως παρουσιάζει το γεγονός ότι το ποσοστό των νέων 25-35 ετών που μένουν με την οικογένειά τους αυξάνεται σε 35% στην επαρχία. Αντίστοιχα, το ποσοστό των ενοικιαστών αυξάνεται σε 52% στα αστικά κέντρα και σε 60% στα νησιά, αλλά μειώνεται στο 29% στην επαρχία. Κάπως έτσι, οι νέοι αναφέρουν σε ποσοστό 62% ότι το κόστος στέγασης σε σχέση με το εισόδημά τους είναι από οριακό (24%) μέχρι μη βιώσιμο (16%), με αποτέλεσμα το 81% να αναφέρει επίσης ότι η στεγαστική κατάσταση επηρεάζει τη ζωή του από πολύ (32%) μέχρι αρκετά (49%).
Το εύρημα αυτό συμβαδίζει και με τα στοιχεία της Eurostat που παρουσιάστηκαν πρόσφατα από το Ευρωπαϊκό Ίδρυμα για τη Βελτίωση των Συνθηκών Διαβίωσης και Εργασίας (Eurofound). Σύμφωνα με αυτά, το ποσοστό των νέων στην Ελλάδα που αμείβονται με τον κατώτατο μισθό, αλλά συνεχίζουν να μένουν με τους γονείς τους έως τα 34 έτη τους, αγγίζει το 68%. Πρόκειται για τη δεύτερη υψηλότερη επίδοση στην Ε.Ε., μετά τη Βουλγαρία του 71%.
Ουσιαστικά, δηλαδή, ο κατώτατος μισθός σήμερα, παρά τις αυξήσεις που έχουν μεσολαβήσει, αλλά και τις επερχόμενες φορολογικές ελαφρύνσεις, ειδικά για τους νέους, δεν επαρκεί για τη μίσθωση κατοικίας, ειδικά στα δύο μεγάλα αστικά κέντρα της Αθήνας και της Θεσσαλονίκης, αλλά και σε άλλες μεγάλες πόλεις της χώρας, ειδικά όπου υπάρχει ταυτόχρονη συνύπαρξη φοιτητών και τουριστών.
Στην Ολλανδία, όπου επίσης παρατηρείται εκτίναξη των τιμών πώλησης και ενοικίασης κατοικιών τα τελευταία χρόνια, το αντίστοιχο ποσοστό των νέων που αμείβονται με τον κατώτατο μισθό και κατοικούν με τους γονείς τους έως τα 34 τους χρόνια διαμορφώνεται σε 43%. Στην Ισπανία το αντίστοιχο ποσοστό αγγίζει το 52% και στην Ιταλία το 56%, ενώ στη Γαλλία διαμορφώνεται σε 41%.
Σύμφωνα με τον κ. Βασίλη Ηλιόπουλο, επικεφαλής της BluPeak, “το στεγαστικό θέμα αποτελεί διαγενεακό ζήτημα, καθώς οι νεότεροι βιώνουν εντονότερη οικονομική πίεση και περιορισμό επιλογών ζωής, ενώ οι μεγαλύτερες ηλικίες, παρότι είναι σε μεγαλύτερο ποσοστό ιδιοκτήτες, αντιμετωπίζουν αυξημένες ανάγκες μετακίνησης, αναβάθμισης κατοικίας και προσαρμογής στην τρέχουσα οικονομική πραγματικότητα”. Αντίστοιχα, όπως τονίζει η ανάλυση της Ierax, “η αγορά χαρακτηρίζεται από υψηλή ιδιοκτησία, αλλά όχι από χαμηλή στεγαστική ανησυχία. Παρότι μεγάλο μέρος του πληθυσμού διαθέτει κύρια κατοικία (πολλές φορές εξοφλημένη), σημαντικό ποσοστό δηλώνει ότι η στεγαστική κατάσταση επηρεάζει ουσιαστικά τα μελλοντικά του σχέδια και ότι ενδέχεται να χρειαστεί αλλαγή κατοικίας τα επόμενα χρόνια, κυρίως για οικονομικούς λόγους ή ανάγκη μεγαλύτερου χώρου”.
Ακόμα ένα σημαντικό συμπέρασμα της έρευνας αφορά την πρόθεση μετακίνησης, κάτι που είναι ιδιαίτερα εμφανές στην κατηγορία από 36 έως 55 έτη. Συγκεκριμένα, το 37% δηλώνει ότι σκοπεύει να αλλάξει κατοικία τα επόμενα 3-5 χρόνια, ειδικά αν το επιτρέψουν οι συνθήκες. Το ποσοστό αυτό αυξάνεται στο 62% μεταξύ όσων νοικιάζουν και στο 48% μεταξύ εκείνων που μένουν στην Αθήνα. Ο κύριος λόγος, σε ποσοστό 38%, είναι η οικονομική δυσκολία κάλυψης του ενοικίου ή της δόσης του στεγαστικού δανείου, ποσοστό που αυξάνεται σε 54% για τους ενοικιαστές με δηλωμένο μισθωτήριο και σε 63% για όσους δεν έχουν υπογράψει κάποιο μισθωτήριο. Ένα πρόσθετο 27% δηλώνει ότι σχεδιάζει να αλλάξει κατοικία γιατί χρειάζεται μεγαλύτερο χώρο και ένα 22% για λόγους εργασιακούς ή οικογενειακούς.




