Του Στάθη Βασιλόπουλου
Η διαχείριση του νερού εξελίσσεται σε μία από τις πιο κρίσιμες εθνικές προκλήσεις της εποχής. Η κλιματική κρίση, η παρατεταμένη ανομβρία, η αύξηση της ζήτησης, η τουριστική πίεση, οι ανάγκες της αγροτικής παραγωγής και η παλαιότητα μεγάλου μέρους των δικτύων δημιουργούν ένα νέο περιβάλλον, στο οποίο η χώρα δεν έχει πλέον την πολυτέλεια να λειτουργεί με αποσπασματικές λύσεις.
Το νερό λιγοστεύει, αλλά αυτό δεν είναι το μόνο πρόβλημα. Σημαντικό μέρος του χάνεται ή δεν καταγράφεται σωστά. Η κατανάλωση που περνά στους λογαριασμούς αντιστοιχεί στο 88% της συνολικής κατανάλωσης, ενώ το υπόλοιπο 12% είτε δεν αποτυπώνεται μέσω υδρομετρητών είτε δεν χρεώνεται στους χρήστες. Με απλά λόγια, ποσότητες νερού χρησιμοποιούνται χωρίς να εμφανίζονται πλήρως στα έσοδα των παρόχων. Την ίδια στιγμή, η ανάκτηση του χρηματοοικονομικού κόστους φτάνει κατά μέσο όρο στο 80% για την ύδρευση και στο 74% για την άρδευση, αφήνοντας ένα σοβαρό κενό για τη συντήρηση, την αναβάθμιση και τον εκσυγχρονισμό των δικτύων.
Σε αυτή τη συγκυρία έρχεται η Εθνική Στρατηγική για τα Ύδατα, η οποία βρίσκεται σε δημόσια διαβούλευση και επιχειρεί, πριν από όλα, να χαρτογραφήσει το πρόβλημα: τον κατακερματισμό, τις στρεβλώσεις, τις απώλειες και τις χρόνιες αδυναμίες στη διαχείριση των υδατικών πόρων. Πάνω σε αυτή τη “διάγνωση”, φιλοδοξεί να οικοδομήσει ένα πιο ολοκληρωμένο εθνικό πλαίσιο για την προστασία, τη διαχείριση και την αξιοποίηση του νερού.
Η Στρατηγική αντιμετωπίζει το νερό ως δημόσιο αγαθό, αλλά και ως στρατηγικό εθνικό πόρο. Το συνδέει με τη δημόσια υγεία, την αγροτική παραγωγή, την οικονομική δραστηριότητα, την κοινωνική συνοχή και την κλιματική ανθεκτικότητα. Με άλλα λόγια, μεταφέρει τη συζήτηση από το επίπεδο της καθημερινής παροχής νερού στο επίπεδο της εθνικής ασφάλειας και της μακροπρόθεσμης βιωσιμότητας.
Κατακερματισμός με πάνω από 700 παρόχους
Στον πυρήνα του προβλήματος βρίσκεται ο κατακερματισμός. Η ίδια η Στρατηγική αναγνωρίζει ότι η εφαρμογή των πολιτικών για τα ύδατα προσκρούει σε ανεπάρκειες συντονισμού, έντονη πολυδιάσπαση, περιορισμένη λειτουργική αποτελεσματικότητα, κενά στελέχωσης και αδυναμίες στην υλοποίηση και συντήρηση κρίσιμων υποδομών. Το αποτέλεσμα είναι ένα σύστημα που μπορεί να έχει θεσμικό πλαίσιο, αλλά συχνά δυσκολεύεται να περάσει από τον σχεδιασμό στην πράξη.
Η εικόνα γίνεται ακόμη πιο καθαρή αν δει κανείς τον αριθμό των εμπλεκόμενων φορέων. Σήμερα υπάρχουν πάνω από 700 πάροχοι υπηρεσιών ύδατος. Στην ύδρευση και αποχέτευση περιλαμβάνονται 129 ΔΕΥΑ, 190 δημοτικές υπηρεσίες ύδρευσης και αποχέτευσης, 5 σύνδεσμοι ύδρευσης και 3 πάροχοι χονδρικής, ενώ οι πάροχοι υπηρεσιών άρδευσης ξεπερνούν τους 450. Πρόκειται για ένα εξαιρετικά σύνθετο μωσαϊκό αρμοδιοτήτων, δυνατοτήτων και πρακτικών, που δυσχεραίνει τον ενιαίο σχεδιασμό και την υλοποίηση μεγάλων έργων.
Αν οι αριθμοί σε εθνικό επίπεδο δείχνουν την έκταση του προβλήματος, η Αττική το κάνει απολύτως χειροπιαστό. Στην περιφέρεια όπου συγκεντρώνεται το μεγαλύτερο μέρος του πληθυσμού, της οικονομικής δραστηριότητας και των κρίσιμων υποδομών της χώρας, η διαχείριση του νερού παραμένει κατακερματισμένη σε διαφορετικά καθεστώτα, αρμοδιότητες και πρακτικές.
Από τους 62 δήμους, στους 36 η παροχή του νερού γίνεται από την ΕΥΔΑΠ, σε 4 δήμους το νερό προέρχεται πάλι από την ΕΥΔΑΠ αλλά τα δίκτυα ανήκουν στους δήμους, σε 3 εφαρμόζεται μεικτό σύστημα, ενώ 16 δήμοι με 40 δημοτικές ενότητες μπορεί να ακολουθούν διαφορετικά καθεστώτα ύδρευσης. Η πολυδιάσπαση αυτή έχει πραγματικό κόστος. Κόστος σε νερό που χάνεται, σε έργα που καθυστερούν, σε δίκτυα που δεν συντηρούνται, σε υπηρεσίες που δεν αναβαθμίζονται και τελικά σε πολίτες που καλούνται να ζήσουν με τις συνέπειες ενός συστήματος το οποίο δεν λειτουργεί με τους όρους που απαιτεί η εποχή της λειψυδρίας.
Ένα ακόμα δύσκολο μέτωπο είναι οι διαρροές. Οι απώλειες στα δίκτυα ύδρευσης εκτιμώνται περίπου στο ένα τρίτο κατά μέσο όρο. Η εικόνα διαφοροποιείται έντονα ανάμεσα στους μεγάλους και τους μικρότερους παρόχους. ΕΥΔΑΠ και ΕΥΑΘ εμφανίζουν χαμηλότερες απώλειες, περίπου 25%-27%, λόγω οικονομιών κλίμακας και οργανωτικής επάρκειας, ενώ στους λοιπούς παρόχους οι απώλειες φτάνουν κατά μέσο όρο στο 37%. Σε ορισμένα παλαιά και προβληματικά δίκτυα, οι απώλειες μπορεί να φτάνουν ακόμη και σε πολύ υψηλότερα επίπεδα, γεγονός που καθιστά τον εκσυγχρονισμό των δικτύων άμεση προτεραιότητα.
Το ζήτημα γίνεται ακόμη πιο σύνθετο στην άρδευση, όπου συγκεντρώνεται το μεγαλύτερο μέρος της κατανάλωσης νερού. Καμία σοβαρή εθνική πολιτική για τα ύδατα δεν μπορεί να περιοριστεί μόνο στα αστικά δίκτυα. Χρειάζεται καλύτερη καταγραφή των απολήψεων, έλεγχος των γεωτρήσεων, εκσυγχρονισμός των αρδευτικών υποδομών και σύνδεση της χρήσης του νερού με πραγματικά δεδομένα.
Αυτό είναι και ένα από τα κεντρικά μηνύματα της Στρατηγικής: η χώρα πρέπει να περάσει από τη διαχείριση “στο περίπου” στη διαχείριση με δεδομένα. Να γνωρίζει πόσο νερό διαθέτει, πόσο αντλεί, πόσο καταναλώνει, πόσο χάνει, πόσο τιμολογεί και πόσο πραγματικά κοστίζει η υπηρεσία που παρέχει. Η ψηφιοποίηση, οι υδρομετρητές, η τηλεμετρία και τα ενιαία μητρώα δεν είναι τεχνοκρατικές λεπτομέρειες· είναι προϋποθέσεις για να υπάρξει έλεγχος, διαφάνεια και αποτελεσματική πολιτική νερού.
Σε κομβικό ρόλο ΕΥΔΑΠ και ΕΥΑΘ
Με αυτά τα δεδομένα, η συζήτηση δεν μπορεί να μείνει μόνο στην τεχνική αναβάθμιση των δικτύων. Αγγίζει πλέον και το ίδιο το μοντέλο οργάνωσης των παρόχων. Σε αυτό το πλαίσιο εντάσσεται και η προωθούμενη μεταρρύθμιση στους παρόχους υπηρεσιών ύδατος. Στον πυρήνα της βρίσκεται η αξιοποίηση της εμπειρίας και της τεχνογνωσίας της ΕΥΔΑΠ και της ΕΥΑΘ, δύο οργανισμών με κεντρικό ρόλο στη διαχείριση του νερού, υπό την εποπτεία και την ευθύνη των οποίων θα προχωρήσει η συνένωση των 60 παρόχων υπηρεσιών ύδατος.
Η ανάθεση κεντρικού ρόλου στην ΕΥΔΑΠ και την ΕΥΑΘ εντάσσεται στη λογική ενός πιο συγκροτημένου και αποτελεσματικού μοντέλου διαχείρισης νερού. Οι δύο οργανισμοί διαθέτουν τεχνική υποδομή και επιχειρησιακή δυνατότητα για την υλοποίηση κρίσιμων έργων, στοιχεία που μπορούν να συμβάλουν στη μείωση του κατακερματισμού, στη δημιουργία οικονομιών κλίμακας και στην ταχύτερη αναβάθμιση των δικτύων.
Η συνένωση των παρόχων υπό ένα πιο ενιαίο πλαίσιο μπορεί να ενισχύσει την ανθεκτικότητα του συστήματος, να βελτιώσει την ποιότητα των παρεχόμενων υπηρεσιών και να δημιουργήσει πιο καθαρούς και δίκαιους κανόνες για τους καταναλωτές. Παράλληλα, μπορεί να περιορίσει στρεβλώσεις, να ενισχύσει την οικονομική σταθερότητα των φορέων και να διευκολύνει την προσέλκυση χρηματοδότησης για έργα που σήμερα καθυστερούν ή δεν προχωρούν με την απαιτούμενη ταχύτητα.




