Από τον Στάθη Βασιλόπουλο
Σε περίοδο έντονης κινητικότητας έχει εισέλθει η ελληνική αγορά των data centers, καθώς επιχειρεί να κάνει το μεγάλο άλμα και, από μια μικρή και περιορισμένη αγορά υποδομών φιλοξενίας δεδομένων, να περάσει σε νέα φάση ανάπτυξης, με στόχο να διεκδικήσει ρόλο περιφερειακού ψηφιακού κόμβου για τη Νοτιοανατολική Ευρώπη και την Ανατολική Μεσόγειο.
Η στροφή αυτή δεν αποτελεί συγκυριακό φαινόμενο, αλλά εντάσσεται σε μια ευρύτερη αναδιάταξη του διεθνούς χάρτη των ψηφιακών υποδομών, την οποία τροφοδοτούν η εκρηκτική ανάπτυξη της τεχνητής νοημοσύνης, η αυξανόμενη χρήση υπηρεσιών cloud, η ανάγκη για αποθήκευση και επεξεργασία δεδομένων πιο κοντά στους τελικούς χρήστες, καθώς και ο κορεσμός ώριμων ευρωπαϊκών αγορών που αναζητούν πλέον νέες περιοχές για την εγκατάσταση μεγάλων data centers.
Σύμφωνα με τη μελέτη της PwC για τη χωροθέτηση των data centers στην Ελλάδα, οι παγκόσμιες τάσεις οδηγούν σε αύξηση 3 έως 5 φορές της απαιτούμενης υπολογιστικής ισχύος, κυρίως λόγω της ευρείας χρήσης της τεχνητής νοημοσύνης. Την ίδια ώρα, το μέσο μέγεθος εγκατάστασης data center αυξάνεται έως και 10 φορές, με τάση προς mega εγκαταστάσεις που, σε ορισμένες περιπτώσεις, μπορούν να ξεπερνούν ακόμα και το 1 GW. Η ίδια μελέτη σημειώνει ότι οι βασικές ευρωπαϊκές αγορές –Φρανκφούρτη, Λονδίνο, Άμστερνταμ, Παρίσι και Δουβλίνο– εμφανίζουν πληρότητα άνω του 90% και αντιμετωπίζουν περιορισμούς στο ηλεκτρικό δίκτυο. Ως αποτέλεσμα, πάνω από το 80% των νέων επενδύσεων κατευθύνεται πλέον σε περιοχές εκτός των παραδοσιακών κόμβων. Σε αυτό το νέο τοπίο, η Αθήνα καταγράφεται ως αναδυόμενος κόμβος.
Η σημερινή βάση, ωστόσο, παραμένει μικρή σε σχέση με τις φιλοδοξίες που δημιουργούνται. Οι ανακοινώσεις των προηγούμενων ετών από εγχώριους ομίλους και διεθνείς τεχνολογικές εταιρείες καλλιέργησαν υψηλές προσδοκίες για την ταχεία αναβάθμιση της Ελλάδας στον χάρτη των ψηφιακών υποδομών. Πλέον, όμως, η συζήτηση μετατοπίζεται σταδιακά από το μέγεθος των εξαγγελιών στον βαθμό ωρίμανσης των έργων και στην ικανότητά τους να περάσουν στην πράξη.
Το 2025 η Ελλάδα διέθετε περίπου 21 λειτουργικά data centers, εκ των οποίων 17 ιδιωτικά και 4 δημόσια, με συνολική εγκατεστημένη ισχύ περίπου 44 MW. Η Αττική συγκεντρώνει το μεγαλύτερο μέρος αυτής της ισχύος, περίπου 34,1 MW, γεγονός που αποτυπώνει τον σημερινό χαρακτήρα της αγοράς: περιορισμένη σε μέγεθος, έντονα συγκεντρωμένη γεωγραφικά, αλλά πλέον με πολύ μεγαλύτερες επενδυτικές προοπτικές.
Η αλλαγή κλίμακας φαίνεται στα αιτήματα σύνδεσης και στις ανακοινώσεις επενδύσεων. Η PwC καταγράφει ήδη εκδηλωμένο επενδυτικό ενδιαφέρον που έχει ξεπεράσει το 1 GW και αφορά κυρίως την Αττική, σε ποσοστό περίπου 65%. Με βάση τα διαθέσιμα στοιχεία έως το τέταρτο τρίμηνο του 2025, το συνολικό ενδιαφέρον διαμορφώνεται σε εύρος περίπου 1,4 έως 2,2 GW. Σε αυτό περιλαμβάνονται περίπου 0,8 GW ανακοινωμένου επενδυτικού ενδιαφέροντος, περίπου 0,2 GW συνολικής ισχύος από 16 αιτήματα σύνδεσης στο δίκτυο διανομής και περίπου 1,2 GW από 20 αιτήματα σύνδεσης στο σύστημα μεταφοράς. Από το σύνολο αυτό, περίπου 330 MW στην Αττική έχουν ήδη λάβει όρους σύνδεσης.
Η Αττική παραμένει στο επίκεντρο της κούρσας. Η περιοχή συνδυάζει εγγύτητα σε επιχειρηματικά κέντρα, πρόσβαση σε τηλεπικοινωνιακές υποδομές, υφιστάμενο οικοσύστημα εταιρειών, διασύνδεση με τελικούς χρήστες και ανθρώπινο δυναμικό. Όμως αυτή ακριβώς η συγκέντρωση δημιουργεί και το βασικό πρόβλημα: το ηλεκτρικό δίκτυο της Αττικής δεν έχει απεριόριστη δυνατότητα υποδοχής μεγάλων νέων φορτίων. Η PwC κατατάσσει την Αττική πρώτη ως προς την επενδυτική ελκυστικότητα για εγκατάσταση data centers, αλλά μόλις όγδοη ως προς τη διαθεσιμότητα ηλεκτρικού χώρου με ορίζοντα το 2034. Αντίθετα, περιοχές όπως η Δυτική Μακεδονία, η Θεσσαλία, η Κεντρική Μακεδονία και η Στερεά Ελλάδα εμφανίζονται με μεγαλύτερα περιθώρια διαθέσιμης ισχύος.
Το επενδυτικό ενδιαφέρον
Στο επενδυτικό μέτωπο, οι προβολείς έχουν στραφεί στη ΔΕΗ, καθώς τα σχέδιά της για data centers σε Αττική και Δυτική Μακεδονία ανεβάζουν αισθητά τον πήχη της αγοράς. Το πρώτο project αφορά τη συνεργασία της με την EDGNEX Data Centers, του ομίλου DAMAC, μέσω της Data In Scale. Το νέο data center του ενεργειακού ομίλου στα Σπάτα σχεδιάζεται σε ακίνητο 32 στρεμμάτων. Η πρώτη φάση της επένδυσης υπολογίζεται σε περίπου 150 εκατ. ευρώ και αφορά υποδομή 12,5 MW, με προοπτική επέκτασης στα 25 MW. Η λειτουργία του κέντρου δεδομένων υπολογίζεται εντός του 2027, με στόχο την κάλυψη της αυξανόμενης ζήτησης για cloud υπηρεσίες και λύσεις αποθήκευσης δεδομένων.
Το πραγματικά εμβληματικό σχέδιο της ΔΕΗ, όμως, βρίσκεται στη Δυτική Μακεδονία. Στην Κοζάνη, στον χώρο του ΑΗΣ Αγίου Δημητρίου, η επιχείρηση σχεδιάζει mega data center αρχικής ισχύος 300 MW, με δυνατότητα μελλοντικής επέκτασης ακόμα και στο 1 GW. Σύμφωνα με τις σχετικές εξαγγελίες, η ΔΕΗ βρίσκεται σε διαδικασία συμφωνίας με διεθνή hyperscaler, ενώ η πρώτη φάση του έργου προβλέπει επένδυση που προσεγγίζει τα 4 δισ. ευρώ: περίπου 1,2 δισ. ευρώ από τη ΔΕΗ και περίπου 2,5 δισ. ευρώ από την πλευρά του hyperscaler για εξοπλισμό, ανάπτυξη και υποδομές. Εφόσον το project επεκταθεί στο πλήρες σενάριο του 1 GW, η συνολική επένδυση μπορεί να ξεπεράσει τα 10 δισ. ευρώ.
Η σημασία του έργου της Κοζάνης ξεπερνά το ίδιο το data center. Συνδέεται με τον μετασχηματισμό της ΔΕΗ από παραδοσιακή ενεργειακή επιχείρηση σε ενεργειακό και τεχνολογικό όμιλο, αλλά και με τη νέα αναπτυξιακή ταυτότητα της Δυτικής Μακεδονίας μετά την απολιγνιτοποίηση. Η επιλογή της περιοχής έχει ισχυρή ενεργειακή λογική: διαθέτει υφιστάμενες ενεργειακές υποδομές, τεχνική εμπειρία γύρω από μεγάλα έργα και, σύμφωνα με την PwC, το μεγαλύτερο περιθώριο διαθεσιμότητας ηλεκτρικού χώρου μεταξύ των περιφερειών που εξετάστηκαν, με περίπου 630 MW διαθέσιμης ισχύος έως το 2034.
Η Microsoft παραμένει ένας από τους βασικούς διεθνείς ομίλους στο ελληνικό οικοσύστημα των data centers, με στρατηγική επένδυση σχεδόν 1 δισ. ευρώ για τη δημιουργία τριών υποδομών στην Αττική, σε Σπάτα και Κορωπί. Το πρώτο ιδιόκτητο data center της εταιρείας στα Σπάτα, ισχύος 19,2 MW, βρίσκεται σε φάση κατασκευής, ενώ για την πλήρη ανάπτυξη του ελληνικού cloud region η Microsoft φαίνεται να ακολουθεί μικτό μοντέλο, αξιοποιώντας και συνεργασίες με εξειδικευμένες εταιρείες υποδομών, μεταξύ των οποίων και η Data4. Στόχος της επένδυσης είναι η παροχή cloud υπηρεσιών από ελληνικό έδαφος, με τη χώρα να αποκτά τη δική της Microsoft cloud region. Η πλήρης ενεργοποίηση του project τοποθετείται χρονικά προς το τέλος του 2027 ή τις αρχές του 2028, καθώς, για να λειτουργήσει το ελληνικό region, απαιτείται η ολοκλήρωση και των τριών υποδομών.
Από την πλευρά της, η γαλλική Data4 εξελίσσεται σε έναν από τους βασικούς κρίκους της νέας αλυσίδας ψηφιακών υποδομών που χτίζεται στα Μεσόγεια. Η εταιρεία, ένας από τους σημαντικούς ευρωπαϊκούς operators στον τομέα των data centers, έχει ανακοινώσει επένδυση άνω των 300 εκατ. ευρώ για την ανάπτυξη νέου campus στην Παιανία. Το σχέδιο προβλέπει την κατασκευή δύο κέντρων δεδομένων, τα οποία θα μπορούν να τροφοδοτούνται με ισχύ έως 90 MW, ενισχύοντας περαιτέρω τη συγκέντρωση μεγάλων έργων στην Ανατολική Αττική. Το πρώτο data center αναμένεται να ολοκληρωθεί εντός του καλοκαιριού. Σε επόμενο στάδιο, εφόσον προχωρήσει η πλήρης ανάπτυξη του campus, η Data4 σχεδιάζει να εξετάσει και τη δημιουργία τρίτης μονάδας στο ίδιο ακίνητο, εξέλιξη που θα μπορούσε να ανεβάσει το συνολικό ύψος της επένδυσης στα 450 εκατ. ευρώ.
Σε τροχιά υλοποίησης εισέρχεται και το επενδυτικό πλάνο της Dromeus Capital για τη δημιουργία data center στην περιοχή των Σπάτων, έργο συνολικού ύψους 300 εκατ. ευρώ, σε συνεργασία με την Apto, τον βραχίονα της αμερικανικής PIMCO στον τομέα της κατασκευής κέντρων δεδομένων. Σύμφωνα με το χρονοδιάγραμμα, οι εργασίες κατασκευής του data center, που σε πλήρη ανάπτυξη θα διαθέτει 46 MW υπολογιστικής ισχύος, θα εξελιχθούν σε δύο φάσεις. Η πρώτη, με ορίζοντα ολοκλήρωσης το 2028, αφορά την κατασκευή ενός κτιρίου ισχύος 18 MW εντός του campus, ενώ η δεύτερη, που τοποθετείται χρονικά στο 2030, προβλέπει την προσθήκη ακόμα ενός κτιρίου ισχύος 28 MW, ολοκληρώνοντας τη συνολική υποδομή του έργου. Η συγκεκριμένη επένδυση εντάσσεται σε μια ευρύτερη πανευρωπαϊκή στρατηγική της Dromeus στον τομέα των ψηφιακών υποδομών.
Οι υφιστάμενες υποδομές
Πριν από τη νέα γενιά μεγάλων έργων που σχεδιάζονται για cloud και τεχνητή νοημοσύνη, η ελληνική αγορά των data centers είχε ήδη διαμορφώσει έναν πρώτο πυρήνα υφιστάμενων υποδομών, μικρότερο σε κλίμακα, αλλά κρίσιμο για τη σημερινή λειτουργία του οικοσυστήματος. Με βάση τα πιο πρόσφατα στοιχεία, στην Ελλάδα καταγράφονται 21 λειτουργικά data centers, συνολικής εγκατεστημένης ισχύος περίπου 44 MW. Στους βασικούς υφιστάμενους operators περιλαμβάνονται η Sparkle, με 4 data centers και συνολική ισχύ 13,7 MW, η Digital Realty, με επίσης 4 data centers και ισχύ 13 MW, η Lancom, με 3 data centers και 4,5 MW, καθώς και η Synapsecom, με 2 data centers και 4 MW. Μικρότερο αποτύπωμα έχουν ακόμα ο όμιλος ΟΤΕ, η Cloudrock, η Interworks.cloud, η Hellas Sat, το υπουργείο Παιδείας, το Εθνικό Δίκτυο Υποδομών Τεχνολογίας και Έρευνας με τις εγκαταστάσεις Κνωσσός και Λούρος, καθώς και το Εθνικό Ίδρυμα Ερευνών.
Το κρίσιμο στοιχείο είναι ότι η ελληνική αγορά περνά από την εποχή των παραδοσιακών data centers, που κάλυπταν κυρίως ανάγκες hosting, colocation και εταιρικών υπηρεσιών, σε μια νέα εποχή πολύ μεγαλύτερων εγκαταστάσεων. Τα νέα έργα σχεδιάζονται για cloud, τεχνητή νοημοσύνη και hyperscale ζήτηση. Αυτό αλλάζει την οικονομική σημασία των έργων, αλλά και το αποτύπωμά τους σε ενέργεια, δίκτυα, γη και τοπικές κοινωνίες.
Οι προοπτικές είναι σημαντικές, αλλά η PwC τις προσεγγίζει μέσα από το πρίσμα της διαθέσιμης ισχύος, της χωροθέτησης και της περιφερειακής ζήτησης. Σύμφωνα με τη μελέτη, η ζήτηση ηλεκτρικού χώρου για data centers στην περιοχή Ευρώπης, Μέσης Ανατολής και Βόρειας Αφρικής αναμένεται να αυξηθεί από 18 GW το 2025 σε 58 GW το 2034, δηλαδή κατά περίπου 40 GW. Από αυτή την πρόσθετη ζήτηση, περίπου 5 GW θα μπορούσαν να εξυπηρετηθούν από την ευρύτερη περιοχή της Νοτιοανατολικής Ευρώπης, κυρίως από ζήτηση που προέρχεται από την Κεντρική και Ανατολική Ευρώπη και τη Μέση Ανατολή.
Για την Ελλάδα, η PwC καταγράφει ήδη συνολικό εκδηλωμένο ενδιαφέρον 1,4 έως 2,2 GW, ενώ η συνολική δυναμικότητα του ηλεκτρικού δικτύου για υποδομές data centers εκτιμάται ότι μπορεί να αυξηθεί από 1,9 GW το 2025 σε 2,9 GW το 2034. Ωστόσο η μελέτη επισημαίνει ότι, παρά την επάρκεια ηλεκτρικού χώρου σε εθνικό επίπεδο, υπάρχει αναντιστοιχία μεταξύ των περιοχών υψηλής ζήτησης και των περιοχών υψηλής διαθεσιμότητας. Με άλλα λόγια, το πρόβλημα δεν είναι μόνο αν η Ελλάδα έχει συνολικά ηλεκτρικό χώρο, αλλά πού βρίσκεται αυτός ο χώρος και αν οι επενδυτές θα κατευθυνθούν στις περιοχές που μπορούν πραγματικά να υποστηρίξουν τέτοιες εγκαταστάσεις.
Ο οικονομικός αντίκτυπος
Η PwC συνδέει αυτή τη δυνατότητα με σημαντικά πολλαπλασιαστικά οφέλη. Εκτιμάται ότι νέα data centers ισχύος περίπου 1 GW θα μπορούσαν να κινητοποιήσουν επενδύσεις περίπου 10 δισ. ευρώ μόνο για την κατασκευή, με βάση υπόθεση κόστους περίπου 10 εκατ. ευρώ ανά MW πριν από τον υπολογιστικό εξοπλισμό. Παράλληλα, θα μπορούσαν να δημιουργήσουν περίπου 1.000 σταθερές θέσεις εργασίας κατά τη λειτουργία τους για τεχνικά καταρτισμένο δυναμικό και να στηρίξουν την ανάπτυξη οικοσυστήματος μέσω συμπληρωματικών έργων υποδομών και υποστηρικτικών υπηρεσιών. Η ίδια ανάλυση συνδέει τα data centers με την προοπτική δημιουργίας ψηφιακού κόμβου, σε συνδυασμό με υποθαλάσσια καλώδια οπτικών ινών και υπερυπολογιστές.
Τα οφέλη, επομένως, μπορούν να είναι ουσιαστικά. Τα data centers μπορούν να φέρουν μεγάλες άμεσες επενδύσεις, να δημιουργήσουν ζήτηση για τεχνικές ειδικότητες, να ενισχύσουν την αγορά κατασκευών, μηχανολογικού εξοπλισμού, τηλεπικοινωνιών, κυβερνοασφάλειας και ενεργειακών υπηρεσιών και να τοποθετήσουν την Ελλάδα σε έναν χάρτη όπου μέχρι πρόσφατα είχε περιφερειακή παρουσία. Μπορούν επίσης να λειτουργήσουν ως υποδομή για ένα ευρύτερο οικοσύστημα τεχνητής νοημοσύνης, cloud υπηρεσιών, ερευνητικών εφαρμογών και ψηφιακής καινοτομίας.
Ωστόσο τα οφέλη δεν είναι αυτόματα. Ένα data center δεν δημιουργεί από μόνο του τεχνολογικό οικοσύστημα. Για να παραχθεί πραγματική προστιθέμενη αξία, οι υποδομές πρέπει να συνδεθούν με πανεπιστήμια, ερευνητικά κέντρα, startups, υπηρεσίες cloud, επιχειρήσεις που αξιοποιούν δεδομένα, εφαρμογές τεχνητής νοημοσύνης και προγράμματα κατάρτισης. Διαφορετικά, υπάρχει ο κίνδυνος η χώρα να φιλοξενήσει μεγάλες, ενεργοβόρες εγκαταστάσεις χωρίς να αποκομίσει ανάλογη παραγωγική υπεραξία.
Ο παράγοντας “ενέργεια”
Το πιο κρίσιμο ζήτημα είναι η ενέργεια. Τα data centers είναι, στην πράξη, βιομηχανίες ηλεκτρικής κατανάλωσης, καθώς η λειτουργία τους απαιτεί σταθερή και αδιάλειπτη παροχή ρεύματος σε μεγάλη κλίμακα. Η μετάβαση από τα παραδοσιακά data centers στις υποδομές που σχεδιάζονται για τις ανάγκες της τεχνητής νοημοσύνης αλλάζει δραστικά τα μεγέθη: ένα μεγάλο συμβατικό data center μπορεί να καταναλώνει 20 έως 50 MW, ενώ ένα γιγάντιο AI data center μπορεί να φτάσει ακόμα και το 1 GW. Η τεχνητή νοημοσύνη ανεβάζει τον πήχη των ενεργειακών απαιτήσεων, καθώς τόσο η εκπαίδευση όσο και η καθημερινή χρήση των μοντέλων απαιτούν τεράστιους όγκους υπολογισμών και, κατά συνέπεια, πολύ μεγαλύτερη ηλεκτρική ισχύ.
Η PwC δείχνει ότι οι περιοχές με τη μεγαλύτερη επενδυτική ελκυστικότητα δεν ταυτίζονται με τις περιοχές που έχουν τον περισσότερο διαθέσιμο ηλεκτρικό χώρο. Η Αττική, η Κρήτη και η Πελοπόννησος εμφανίζονται πιο ελκυστικές για τους επενδυτές, αλλά με χαμηλότερη διαθεσιμότητα ισχύος. Αντίθετα, η Δυτική Μακεδονία, η Θεσσαλία, η Κεντρική Μακεδονία και η Στερεά Ελλάδα διαθέτουν μεγαλύτερα περιθώρια ηλεκτρικού χώρου. Αυτό σημαίνει ότι η επόμενη φάση δεν μπορεί να βασιστεί μόνο στη λογική “όπου θέλει ο επενδυτής”. Χρειάζεται εθνικός σχεδιασμός, συντονισμός με ΑΔΜΗΕ και ΔΕΔΔΗΕ, καθαροί κανόνες σύνδεσης και αξιολόγηση των επιπτώσεων στην αγορά ηλεκτρικής ενέργειας.






