Στην τελική φάση βρίσκεται η διαδικασία κατάρτισης των λιστών προτεραιότητας για τις standalone μπαταρίες της πρόσκλησης του ΥΠΕΝ, συνολικής ισχύος 4,7 GW, με τις πληροφορίες να συγκλίνουν ότι η σχετική Υπουργική Απόφαση θα εκδοθεί μέσα στις επόμενες ημέρες. Με τη δημοσίευσή της θα αποτυπωθεί η σειρά με την οποία τα υποψήφια έργα θα αποκτήσουν προτεραιότητα για τη χορήγηση Οριστικών Προσφορών Σύνδεσης (ΟΠΣ) από τον ΑΔΜΗΕ και τον ΔΕΔΔΗΕ.
Σύμφωνα με πληροφορίες του energypress, η Επιτροπή Αξιολόγησης, της οποίας προΐσταται η Γενική Γραμματέας Ενέργειας και Ορυκτών Πρώτων Υλών, Δέσποινα Παληαρούτα, έχει ολοκληρώσει την εξέταση των αιτήσεων. Η εισήγησή της έχει διαβιβαστεί στον υπουργό Περιβάλλοντος και Ενέργειας, Σταύρο Παπασταύρου, με τον τελικό έλεγχο να αναμένεται να ολοκληρωθεί μέσα στα επόμενα 24ωρα.
Οι αιτήσεις που είχαν περάσει τον έλεγχο πληρότητας αντιστοιχούσαν σε περίπου 720 έργα, συνολικής ισχύος 9 GW. Η πρόσκληση προβλέπει την προτεραιοποίηση μπαταριών ισχύος έως 3.800 MW για σύνδεση στο ΕΣΜΗΕ και 900 MW για σύνδεση στο ΕΔΔΗΕ. Πρόκειται για ένα χαρτοφυλάκιο που, με βάση εκτιμήσεις της αγοράς, συνεπάγεται δυνητικές επενδύσεις της τάξης του 2 δισ. ευρώ.
Από τα 9 GW αιτήσεων στη «δεξαμενή» των 4,7 GW
Η ένταξη ενός έργου στις λίστες, πάντως, δεν ισοδυναμεί με εξασφαλισμένη υλοποίηση. Αντίθετα, η χορήγηση των ΟΠΣ θα αποτελέσει την αφετηρία ώστε οι επενδυτές να σταθμίσουν τελεσίδικα αν μπορούν να υποστηρίξουν οικονομικά το επιχειρηματικό τους σχέδιο.
Είναι χαρακτηριστικό ότι οι προβλέψεις για την ισχύ που τελικά θα εγκατασταθεί παρουσιάζουν μεγάλη απόκλιση. Ορισμένοι αναλυτές θεωρούν ότι υπάρχουν οι προϋποθέσεις για την ανάπτυξη του συνόλου των 4,7 GW. Άλλοι, ωστόσο, εκτιμούν ότι το χαρτοφυλάκιο που θα φτάσει στην κατασκευή θα περιοριστεί στα 2-2,5 GW, θεωρώντας ότι σημαντικός αριθμός έργων θα αντιμετωπίσει δυσκολίες στη χρηματοδότηση.
Κοινός παρονομαστής των επιφυλάξεων είναι το merchant μοντέλο λειτουργίας. Χωρίς μηχανισμό εγγυημένων εσόδων, οι προβλέψεις για τις μελλοντικές χρηματοροές των μονάδων εξαρτώνται από τις ευκαιρίες που θα δημιουργούνται στις αγορές ηλεκτρικής ενέργειας και από την εξέλιξη του arbitrage. Κατά συνέπεια, οι τράπεζες καλούνται να αξιολογήσουν επενδύσεις των οποίων η δυνατότητα εξυπηρέτησης του δανεισμού δεν μπορεί να στηριχθεί σε προκαθορισμένες αποδόσεις.
Το χρηματοδοτικό «φίλτρο» και η στάση των τραπεζών
Σύμφωνα με πηγές της αγοράς, δεν διαμορφώνεται ενιαία γραμμή μεταξύ των πιστωτικών ιδρυμάτων. Ορισμένα εμφανίζονται διατεθειμένα να χρηματοδοτήσουν έργα με μεγαλύτερη έκθεση στις διακυμάνσεις των εσόδων, ενώ άλλα θέτουν αυστηρότερες προϋποθέσεις ως προς τις εξασφαλίσεις και τις συμβατικές χρηματοροές.
Για τους μεγάλους ενεργειακούς ομίλους, η δανειοδότηση θεωρείται δεδομένη, χάρη στις ανοικτές πιστωτικές τους γραμμές και την ισχυρή κεφαλαιακή τους βάση. Διαφορετική είναι η εικόνα για τους μικρότερους παραγωγούς, με δεδομένο ότι θα χρειαστεί να καλύψουν με δικά τους κεφάλαια περίπου το 40% του κόστους, αφού τουλάχιστον κατά την αρχική φάση ανάπτυξης του κλάδου, οι τράπεζες να θέλουν ίδια συμμετοχή σε σημαντικά επίπεδα.
Οι περιορισμοί στους ΦοΣΕ
Καθοριστικό ρόλο στην τραπεζική αξιολόγηση μπορούν να αποκτήσουν οι συμφωνίες των παραγωγών με ΦοΣΕ, μέσω των οποίων διαμορφώνεται μεγαλύτερη προβλεψιμότητα των εσόδων. Ειδικά τα tolling agreements επιτρέπουν στον ιδιοκτήτη της μονάδας να εισπράττει προσυμφωνημένη αμοιβή, με τον αντισυμβαλλόμενο να αναλαμβάνει τον εμπορικό κίνδυνο και το πιθανό υπερβάλλον όφελος από την εκμετάλλευση του asset.
Στον αντίποδα, τα υβριδικά μοντέλα προβλέπουν συνδυασμό σταθερών και μεταβλητών εισροών, με επιμερισμό της απόδοσης μεταξύ των συμβαλλομένων. Η τελική επιλογή θα εξαρτηθεί τόσο από τις χρηματοδοτικές απαιτήσεις, όσο και από τη διάθεση κάθε επενδυτή να διατηρήσει έκθεση στα δυνητικά υψηλότερα έσοδα της αγοράς.
Ωστόσο, πρόσθετη παράμετρο αποτελεί ο περιορισμός των 500 MW που προβλέπει το πλαίσιο αντισυγκέντρωσης για την εκπροσώπηση έργων αποθήκευσης. Η ύπαρξη του συγκεκριμένου ορίου περιορίζει τις δυνατότητες εμπορικών συμφωνιών από τους ΦοΣΕ, αφού για να καλυφθούν και τα 4,7 GW της πρόκλησης θα χρειάζονταν τουλάχιστον 10 «πράσινοι aggregator».
Έτσι, στελέχη του κλάδου εκτιμούν ότι ενδέχεται να ανακύψει ανάγκη αναθεώρησης του ορίου, καθώς θα αυξάνεται η εγκατεστημένη ισχύς. Παράλληλα, ισχύει το πλαφόν των 500 MW ανά επενδυτή ή επιχειρηματικό όμιλο, με συνυπολογισμό μάλιστα των έργων των 3 διαγωνισμών της ΡΑΑΕΥ, σύμφωνα με τους όρους της πρόσκλησης.
Το δίμηνο αποφάσεων και το κόστος της υπαναχώρησης
Για κάθε έργο (και επενδυτή) ιδιαίτερη βαρύτητα αποκτά η περίοδος που θα ακολουθήσει την έκδοση ΟΠΣ. Ο παραγωγός θα διαθέτει δύο μήνες για να αποφασίσει αν θα αποδεχθεί τους προτεινόμενους όρους. Η μη αποδοχή παρέχει τη δυνατότητα επιστροφής της εγγυητικής συμμετοχής, επομένως δεν συνεπάγεται κάποιους είδους «πάνελτι». Αντίθετα, η αποδοχή συνεπάγεται την ανάληψη δεσμευτικών υποχρεώσεων, η μη τήρηση των οποίων θα επιφέρει σημαντικές οικονομικές κυρώσεις.
Το ύψος των Εγγυητικών Επιστολών Καλής Εκτέλεσης και Λειτουργίας καθιστά την απόφαση ιδιαίτερα κρίσιμη. Για μονάδες άνω των 10 MW προβλέπονται 200.000 ευρώ ανά MW, δηλαδή 2,2 εκατ. ευρώ για έργο 11 MW. Για έργα έως και 10 MW το αντίστοιχο ποσό είναι 50.000 ευρώ ανά MW, με μία μονάδα 10 MW να απαιτεί εγγυητική ονομαστικής αξίας 500.000 ευρώ.
Επομένως, πριν από την αποδοχή της ΟΠΣ, οι παραγωγοί θα πρέπει να έχουν σταθμίσει τόσο την οικονομική βιωσιμότητα της επένδυσης, όσο και τις δυνατότητες έγκαιρης υλοποίησης.
Το ερωτηματικό των ενστάσεων
Σε ό,τι αφορά το σύστημα μεταφοράς, ο ΑΔΜΗΕ αναμένεται να προχωρήσει αρχικά στις ΟΠΣ για 1.000 MW standalone μονάδων, αφού έχει σχεδόν ολοκληρώσει αντίστοιχο «πακέτο» 1.000 MW συνεργατικών έργων αποθήκευσης (11Γ). Η εναλλαγή μεταξύ των δύο κατηγοριών θα συνεχιστεί ανά «πακέτα» ισχύος 1.000 MW, έως την ολοκλήρωση των αντίστοιχων «δεξαμενών».
Για το ΕΔΔΗΕ, όπου δεν υπάρχει αντίστοιχο χαρτοφυλάκιο συνεργατικών μονάδων, ο ΔΕΔΔΗΕ θα προχωρήσει στη χορήγηση ΟΠΣ για το σύνολο των 900 MW της πρόσκλησης. Μάλιστα, λόγω και του μικρότερου όγκου έργων, εκτιμάται ότι η διαδικασία θα μπορούσε να ολοκληρωθεί μέχρι την άνοιξη του 2027.
Βέβαια, ανοικτό παραμένει το ενδεχόμενο ενστάσεων επί των λιστών, ιδιαίτερα στο σύστημα μεταφοράς, όπου ο ισχυρός ανταγωνισμός και η ερμηνεία επιμέρους κριτηρίων αξιολόγησης ενδέχεται να προκαλέσουν αμφισβητήσεις. Μία τέτοια εξέλιξη θα μπορούσε να επηρεάσει το χρονοδιάγραμμα. Αντίθετα, μικρότερος θεωρείται ο αντίστοιχος κίνδυνος για τα έργα διανομής.
Σύμφωνα με αναλυτές, η έκδοση ΟΠΣ για σημαντικό μέρος των έργων μέσα στο πρώτο εξάμηνο του 2027 θα ενίσχυε τις προοπτικές επίτευξης του στόχου για 3-4 GW εγκατεστημένων μπαταριών έως το τέλος του 2028. Σημαντική παράμετρος για κάθε έργο, πάντως, θα είναι ο χρόνος κατασκευής των συνοδών έργων σύνδεσης, ιδιαίτερα όπου απαιτούνται νέοι υποσταθμοί.








