Μπορούν οι στέγες σχολείων και νοσοκομείων να αποτελέσουν αντικείμενο επενδυτικού ενδιαφέροντος και να λύσουν το ενεργειακό πρόβλημα των τοπικών κοινωνιών; Η απάντηση έρχεται από τη Σρι Λάνκα και δείχνει πώς ένα επιτυχημένο μοντέλο συνεργασίας δημόσιου και ιδιωτικού τομέα μπορεί να προσελκύσει κεφάλαια από μεγάλα ιδιωτικά και κρατικά funds του εξωτερικού. Η ιστορία ξεκινάει στα τέλη του 2020 όταν η GAIA Greenenergy Holdings ξεκίνησε με στόχο να αναπτύξει ένα ευρύ σύστημα φωτοβολταϊκών στέγης σε δημόσια κτήρια με στόχο να καταστήσει τη Σρι Λάνκα ενεργειακά ανεξάρτητη. Παρά την οικονομική κρίση που έπληξε τη χώρα, τις αδυναμίες του δικτύου και τις γραφειοκρατικές αγκυλώσεις η εταιρεία κατάφερε να συγκεντρώσει στήριξη από μεγάλα funds του εξωτερικού και να «τρέχει» επί του παρόντος συμφωνίες που καλύπτουν τις στέγες ιδρυμάτων σε επτά από τις εννέα περιφερειακές κυβερνήσεις της Σρι Λάνκα, αντιπροσωπεύοντας περισσότερες από 7.500 στέγες του δημόσιου τομέα στο πλαίσιο μακροπρόθεσμων 25ετών συμφωνιών λειτουργίας. Με αφορμή την συμμετοχή του στο 11ο Οικονομικό Φόρουμ των Δελφών, ο κ. Sivaaji De Zoysa Managing Director της GAIA Greenenergy Holdings μιλάει στο energygame.gr για το μοντέλο που έχει αναπτύξει η εταιρεία στη Σρι Λάνκα και για το πώς αυτό θα μπορούσε να μεταφερθεί και στην Ελλάδα.
«Αυτό που έκανε το μοντέλο να πετύχει στη Σρι Λάνκα δεν ήταν μόνο η τεχνολογία, αλλά η ευθυγράμμιση των συμφερόντων μεταξύ της κυβέρνησης, των κοινοτήτων, των επενδυτών και του διαχειριστή του δικτύου. Αυτό είναι το δίδαγμα που μπορεί να μεταφερθεί πιο εύκολα στην Ελλάδα και σε πολλά άλλα ενεργειακά συστήματα σε όλο τον κόσμο που εξαρτώνται από τις εισαγωγές και βρίσκονται σε νησιά» σχολιάζει ο ίδιος.
Πώς λειτουργεί το μοντέλο στην πράξη
Όπως εξηγεί ο κ. De Zoysa η εταιρεία που υποστηρίζεται από θεσμικούς εταίρους, όπως η Volta Groupe της Γαλλίας, το κρατικό επενδυτικό ταμείο ανάπτυξης της Νορβηγίας, Norfund και η PIDG μέσω της InfraCo, μισθώνει τις στέγες δημόσιων σχολείων, νοσοκομείων και δημόσιων κτιρίων σε ολόκληρη τη χώρα, χρηματοδοτώντας, σχεδιάζοντας, κατασκευάζοντας και λειτουργώντας φωτοβολταϊκά συστήματα σε μεγάλη κλίμακα. Η παραγόμενη ηλεκτρική ενέργεια πωλείται στο εθνικό δίκτυο όπως ορίζει το πλαίσιο για τα ηλιακά συστήματα σε στέγες της Σρι Λάνκα, συμπεριλαμβανομένου του μηχανισμού Net Plus Plus. Πρόκειται για ένα σύστημα στο οποίο η ενέργεια που παράγεται διοχετεύεται απευθείας στο εθνικό δίκτυο και πωλείται. Ο παραγωγός πληρώνεται για την ηλεκτρική ενέργεια που δίνει στο δίκτυο, ενώ το κτίριο συνεχίζει να αγοράζει κανονικά το ρεύμα που χρειάζεται. Σε αντίθεση με το net metering, όπου γίνεται συμψηφισμός παραγωγής και κατανάλωσης, το Net Plus Plus λειτουργεί σαν μια μικρή μονάδα παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας. Αυτό το μοντέλο επιτρέπει σε εταιρείες, όπως η GAIA, να επενδύουν σε φωτοβολταϊκά χωρίς κόστος για τους ιδιοκτήτες των κτιρίων και να μοιράζονται μαζί τους τα έσοδα από την πώληση της ενέργειας.
«Το κρίσιμο είναι ότι ο ιδιοκτήτης του δημόσιου κτιρίου δεν υποχρεούται να επενδύσει κεφάλαιο για να αποκομίσει το όφελος» σημειώνει ο κ. De Zoysa προσθέτοντας πώς το μοντέλο που αναπτύσσει η εταιρεία είναι δομημένο ως σύμπραξη δημόσιου-ιδιωτικού τομέα με το 15 – 16% των εσόδων επιστρέφονται στο σχετικό δημόσιο ίδρυμα και στην περιφέρεια. «Στην πράξη, αυτά τα έσοδα προορίζονται να καλύψουν το κόστος ηλεκτρικής ενέργειας των συνεργαζόμενων ιδρυμάτων και, σε πολλές περιπτώσεις, να δημιουργήσουν πλεόνασμα που μπορεί να επανεπενδυθεί από αυτά – ιδιαίτερα στην εκπαίδευση και την υγειονομική περίθαλψη» τονίζει.
Παρακάμπτοντας τις αδυναμίες του δικτύου και αυξάνοντας τις ταχύτητες
Όπως εξηγεί ο κ. De Zoysa η Σρι Λάνκα είναι μία από τις πιο πυκνοκατοικημένες χώρες της περιοχής, με περίπου 368 άτομα ανά τετραγωνικό χιλιόμετρο – περίπου τεσσεράμισι φορές την πυκνότητα πληθυσμού της Ελλάδας. «Ως εκ τούτου, η γη είναι σπάνια και αποτελεί ένα πολιτικά ευαίσθητο ζήτημα. Τα επίγεια φωτοβολταϊκά πάρκα απαιτούν πολύ μεγάλες εκτάσεις γης και συχνά προκαλούν συγκρούσεις σχετικά με τη χρήση της γης με αγροτικές κοινότητες, περιβαλλοντικές ανησυχίες που σχετίζονται με τη βιοποικιλότητα και τη διαχείριση των υδάτων, καθώς και χρονοβόρες διαδικασίες απόκτησης και αδειοδότησης. Αυτοί οι περιορισμοί εξηγούν γιατί τα επίγεια φωτοβολταϊκά έχουν παραμείνει σχετικά περιορισμένα – σε λιγότερο από 200 MW σε περίπου δεκαπέντε χρόνια – παρά την επείγουσα ανάγκη της χώρας για νέα παραγωγική ικανότητα» συμπληρώνει.
Επιπρόσθετα, όπως τονίζει, το σύστημα μεταφοράς και διανομής ηλεκτρικής ενέργειας της Σρι Λάνκα σχεδιάστηκε με βάση μεγάλες υδροηλεκτρικές εγκαταστάσεις στην ορεινή χώρα και θερμοηλεκτρικά εργοστάσια κοντά στην ακτή και όχι για να μεταφέρει μεγάλους όγκους ηλεκτρικής ενέργειας από απομακρυσμένα ηλιακά πάρκα. Γι’ αυτό και αναφέρει πως η κατανεμημένη ηλιακή ενέργεια σε στέγες παράγει ηλεκτρική ενέργεια πιο κοντά στο σημείο κατανάλωσης, μειώνει τις απώλειες μεταφοράς και διανομής, ανακουφίζει την πίεση σε τμήματα του δικτύου και δημιουργεί ανθεκτικότητα μέσω της διαφοροποίησης αντί της εξάρτησης από έναν μικρό αριθμό πολύ μεγάλων σταθμών.
Επιπλέον, η εταιρεία είχε να διαχειριστεί ρυθμιστική και γραφειοκρατική πολυπλοκότητα με πολλούς εμπλεκόμενους φορείς και χωρίς ενιαία διαδικασία εγκρίσεων, κάτι που απαιτούσε ισχυρή νομική και θεσμική υποστήριξη. Ταυτόχρονα, η GAIA έπρεπε να διασφαλίσει τη σταθερότητα των τιμολογίων και των πολιτικών, ώστε η δομή να παραμείνει ελκυστική για το διεθνές κεφάλαιο, παραμένοντας παράλληλα δίκαιη προς το κράτος και τους εμπλεκόμενους δημόσιους φορείς. Παράλληλα, η υλοποίηση του έργου παρουσίασε σημαντικές εφοδιαστικές και τεχνικές δυσκολίες, λόγω της ανάγκης μεταφοράς και εγκατάστασης εξοπλισμού σε πολλές απομακρυσμένες περιοχές
Τέλος, σημαντική πρόκληση ήταν η εξασφάλιση χρηματοδότησης κατά τη διάρκεια της πιο σοβαρής οικονομικής και νομισματικής κρίσης που έχει αντιμετωπίσει ποτέ η Σρι Λάνκα. «Η ρουπία υποτιμήθηκε δραματικά, ο πληθωρισμός εκτοξεύθηκε, τα επιτόκια αυξήθηκαν απότομα και η πιστοληπτική ικανότητα του κράτους κατέρρευσε. Η προσέλκυση άμεσων ξένων επενδύσεων σε μια χώρα που συμμετείχε ταυτόχρονα σε πρόγραμμα του ΔΝΤ και σε διαδικασία αναδιάρθρωσης του χρέους απαιτούσε την οικοδόμηση εξαιρετικής εμπιστοσύνης με τους διεθνείς εταίρους. Το γεγονός ότι η Norfund πραγματοποίησε την πρώτη της επένδυση σε ΑΠΕ στη Σρι Λάνκα μέσω αυτού του προγράμματος αποτελεί ισχυρή επιβεβαίωση τόσο του μοντέλου όσο και της ομάδας που το υποστηρίζει» επισημαίνει ο ίδιος.
Μετρήσιμα αποτελέσματα
Έως σήμερα, η εταιρεία έχει παραδώσει περίπου 90 MWp σε περίπου δυόμισι χρόνια και επεκτείνεται προς τα 350 MW στο πλαίσιο του τρέχοντος προγράμματος ΣΔΙΤ, με ένα ευρύτερο χαρτοφυλάκιο έργων και παραχωρήσεις που υπερβαίνουν τα 500 MWp. Όπως σημειώνει ο κ. De Zoysa, το προτεινόμενο πρόγραμμα 500 MWp προβλέπεται να παρέχει περίπου 750 GWh πράσινης ενέργειας στο εθνικό δίκτυο ετησίως αντιπροσωπεύοντας μια πολύ σημαντική υποκατάσταση των εισαγόμενων ορυκτών καυσίμων. Σε ευρύτερο πλαίσιο, υπολογισμοί για ένα προτεινόμενο έργο BESS αιχμής ισχύος 500 MW υποδηλώνουν ότι η Σρι Λάνκα θα μπορούσε να εξοικονομήσει περίπου 20 εκατ. ευρώ το μήνα σε αντισταθμιστικές εισαγωγές ντίζελ για σταθμούς παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας, ενώ η εταιρεία κοινής ωφέλειας θα μπορούσε να εξοικονομήσει περισσότερα από 5 εκατ. ευρώ σε διαφορές κόστους εισροών παραγωγής.
Επιπλέον, τονίζει, το όφελος όσον αφορά τις εκπομπές είναι εξίσου σημαντικό. Οι επενδυτές που υποστηρίζουν την πλατφόρμα έχουν επισημάνει ότι η επέκταση του χαρτοφυλακίου σε περίπου 350 MWp θα απέτρεπε εκπομπές άνω των 200.000 τόνων CO2e ετησίως δημιουργώντας νέες θέσεις εργασίας.
Στο πλαίσιο αυτό αναφέρει ως ενδεικτικό παράδειγμα την επαρχία Ούβα, όπου ξεκίνησε η εγκατάσταση πάνελ σε σχολεία το 2021 καθώς η Σρι Λάνκα εισερχόταν στην χειρότερη οικονομική κρίση στην ιστορία της ανεξαρτησίας της, με διακοπές ρεύματος που διαρκούσαν ώρες πιέζοντας σημαντικά μικρές επιχειρήσεις, κλινικές και σχολεία. Όπως λέει «η GAIA κινήθηκε γρήγορα, εγκαθιστώντας συστήματα σε εκατοντάδες σχολεία. Μέσα σε λίγους μήνες, το Πανεπιστήμιο της Μορατούβα δημοσίευσε μια μελέτη που έδειχνε ότι, μόλις οι εγκαταστάσεις φτάσουν τα 65 MWp, οι διακοπές ρεύματος κατά τη διάρκεια της ημέρας θα μπορούσαν ουσιαστικά να εξαλειφθούν. Ίσως η πιο ενδεικτική στιγμή, ωστόσο, ήρθε κατά τη διάρκεια μιας επίσκεψης σε ένα σχολείο, όπου ο διευθυντής ανέφερε ότι οι αίθουσες είχαν γίνει πιο δροσερές επειδή τα πάνελ απορροφούσαν τη θερμότητα της στέγης και ότι τα παιδιά είχαν αρχίσει να ρωτούν από πού προέρχεται το ηλεκτρικό ρεύμα» συμπληρώνει, δε, πως έως το πρώτο τρίμηνο του 2023, είχαν εξοπλιστεί περισσότερα από 500 σχολεία περνώντας το μήνυμα της υπεύθυνης χρήσης ενέργειας και της καθαρής ενέργειας στη νέα γενιά.
Πώς θα μπορούσε να μεταφερθεί στην Ελλάδα
Μιλώντας για την Ελλάδα ο κ. De Zoysa τονίζει πως η μετατροπή των στεγών δημόσιων κτιρίων σε ένα μεγάλο δίκτυο κατανεμημένης παραγωγής καθαρής ενέργειας που μειώνει τους λογαριασμούς ενέργειας του δημοσίου και ενισχύει την ενεργειακή ασφάλεια είναι ένα εφικτό «στοίχημα».
Όπως εξηγεί η Ελλάδα και η Σρι Λάνκα είναι χώρες μεσαίου μεγέθους με ισχυρό ηλιακό δυναμικό. Η Ελλάδα δέχεται περίπου 50% περισσότερη ηλιακή ακτινοβολία από τη Γερμανία, ενώ η Σρι Λάνκα βρίσκεται στην τροπική ζώνη με ηλιοφάνεια όλο το χρόνο. Και οι δύο έχουν ιστορικά εξαρτηθεί σε μεγάλο βαθμό από εισαγόμενα ορυκτά καύσιμα για την παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας, διαθέτουν νησιωτική ή ημινησιωτική γεωγραφία, κατανεμημένο πληθυσμό και προκλήσεις στη διαχείριση του δικτύου.
Στο πλαίσιο αυτής της σύγκρισης, υπογραμμίζει, η αρχιτεκτονική του μοντέλου μπορεί να μεταφερθεί άμεσα στη χώρα μας: η συγκέντρωση μικρών στεγών του δημόσιου τομέα σε ένα χρηματοδοτήσιμο χαρτοφυλάκιο, η εγκατάσταση ηλιακών συστημάτων χωρίς κόστος για τον φορέα, η κατανομή των εσόδων με την τοπική αυτοδιοίκηση, η προσέλκυση διεθνούς κεφαλαίου με έμφαση στα κριτήρια ESG και η διαχείριση του πλήρους κύκλου ζωής, από την ανάπτυξη έως τη μακροπρόθεσμη λειτουργία.
«Η Ελλάδα διαθέτει χιλιάδες υποαξιοποιημένες στέγες σε σχολεία, νοσοκομεία, εκκλησίες, δημοτικά κτίρια και άλλες δημόσιες εγκαταστάσεις – ιδίως στα νησιά και στις περιφερειακές περιοχές. Ένα καλά δομημένο πρόγραμμα ΣΔΙΤ θα μπορούσε να αξιοποιήσει εκατοντάδες μεγαβάτ σε δημόσια κτίρια, παράγοντας ταυτόχρονα έσοδα για τους δήμους και τις περιφερειακές αρχές» σχολιάζει προσθέτοντας, ωστόσο, πως θα πρέπει να υπάρξουν αλλαγές στο νομικό και εμπορικό πλαίσιο ενώ σημειώνει πως η μετάβαση από το net metering στο net billing, μεταβάλλει την οικονομική λογική και τη φιλοσοφία διακανονισμού. «Η ρυθμιστική πορεία θα ήταν πιο περίπλοκη από εκείνη της Σρι Λάνκα, αλλά μόλις καθιερωθεί θα ήταν επίσης πιο προβλέψιμη και ενδεχομένως πιο φιλική προς τους επενδυτές» τονίζει ενώ κάνει ειδική μνεία στις επιλογές χρηματοδότησης που είναι διαθέσιμες όπως τα ταμεία συνοχής της ΕΕ, στον ΤΑΑ, στο Ταμείο Κοινωνικού Κλίματος, η ΕΤΕπ και οι ευρωπαϊκές κεφαλαιαγορές.
«Η πρόκληση στην Ελλάδα δεν αφορά τόσο τη διαθεσιμότητα κεφαλαίων όσο την ταχύτητα της γραφειοκρατίας, τα εμπόδια στην αδειοδότηση, τις καθυστερήσεις στη σύνδεση με το δίκτυο και την αυξανόμενη πραγματικότητα των περιορισμών και των ωρών μηδενικής τιμής. Οποιοδήποτε πρόγραμμα μεγάλης κλίμακας για φωτοβολταϊκά σε στέγες στην Ελλάδα θα πρέπει να σχεδιαστεί σε συνδυασμό με αποθήκευση, ευέλικτη ζήτηση όπου είναι εφικτό και προσεκτικό συντονισμό με τους διαχειριστές διανομής και μεταφοράς» προσθέτει ενώ, τέλος, υπογραμμίζει πως η Ελλάδα θα πρέπει να αναπτύξει ένα ισοδύναμο πλαίσιο όπως το Net Plus Plus της Σρι Λάνκα προσαρμοσμένο στη δική της αγορά, αντί να αναπαράγει άμεσα τον μηχανισμό της Σρι Λάνκα.
Τα επόμενα βήματα
Στα επόμενα βήματα η εταιρεία εντάσσει τη συνέχιση της επέκτασης του περιφερειακου προγράμματος ΣΔΙΤ για τα φωτοβολταϊκά στέγης, με αύξηση από την τρέχουσα λειτουργική βάση σε ένα χαρτοφυλάκιο κατανεμημένης παραγωγής 350 έως 500 MW – και τελικά μεγαλύτερο – σε όλες τις επαρχίες της Σρι Λάνκα. Παράλληλα, η GAIA προωθεί ένα πρόγραμμα πλωτών φωτοβολταϊκών συστημάτων ισχύος περίπου 400 MW στο πλαίσιο μιας σύμπραξης δημόσιου-ιδιωτικού τομέα, και ευκαιρίες αποθήκευσης ενέργειας σε μπαταρίες κλίμακας δικτύου.
Όπως σημειώνει ο κ. «η συνεργασία της εταιρείας με την Commercial Bank of Ceylon για πράσινα δάνεια και πράσινες μισθώσεις είναι σημαντική, καθώς διευρύνει την πρόσβαση στην ηλιακή ενέργεια για νοικοκυριά και ΜΜΕ, επεκτείνοντας τον αντίκτυπο της αποκεντρωμένης ενέργειας πέρα από τα κυβερνητικά κτίρια. Ταυτόχρονα, η εταιρεία ενισχύει τις δυνατότητες διαχείρισης ψηφιακών περιουσιακών στοιχείων, ώστε να μπορεί να παρακολουθει, αναλύεει και συντηρεί ένα μεγάλο όγκο φωτοβολταιϊκών στέγης με σημαντική γεωγραφική διασπορά. εξαιρετικά κατανεμημένος στόλος να μπορεί να παρακολουθείται, να αναλύεται και να συντηρείται σαν να ήταν ένα ενιαίο συντονισμένο εργοστάσιο παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας.




