Του Παύλου Παπαδάτου
Η ενεργειακή μετάβαση στην Ελλάδα: πρόβλημα χρόνου και όχι παραγωγής…
Η δημόσια συζήτηση για την ενέργεια στην Ελλάδα εστιάζει σχεδόν αποκλειστικά στην ανάγκη για περισσότερες επενδύσεις σε ανανεώσιμες πηγές. Όμως το βασικό πρόβλημα δεν είναι πλέον πόση ενέργεια παράγεται, αλλά τι συμβαίνει όταν αυτή η ενέργεια δεν μπορεί να αξιοποιηθεί τη στιγμή που παράγεται και “πετιέται”.
Η Ελλάδα έχει ήδη σημειώσει σημαντική πρόοδο. Οι ΑΠΕ καλύπτουν πάνω από το 40% της ετήσιας ηλεκτροπαραγωγής, ενώ σε ώρες υψηλής παραγωγής —κυρίως το μεσημέρι— φτάνουν ακόμη και το 70% έως 80% της ζήτησης. Παράλληλα, νέα έργα ισχύος 20–25 GW βρίσκονται σε εξέλιξη ή στο στάδιο αδειοδότησης.
Η αδυναμία της επιτυχίας
Πίσω από αυτή την εικόνα της δήθεν επιτυχίας κρύβεται μια κρίσιμη αδυναμία: η έλλειψη αποθήκευσης. Σε ένα σύστημα με αιχμή ζήτησης 9–10 GW και ημερήσια κατανάλωση άνω των 130 GWh, η δυνατότητα αποθήκευσης παραμένει εντελώς υποτυπώδης έως ανύπαρκτη. (Πολλά από τα έργα αποθήκευσης παραμένουν επί χρόνια σε φάση “υπό κατασκευή”, χωρίς να ολοκληρώνονται).
Το αποτέλεσμα είναι όχι απλώς αναποτελεσματικό, αλλά βαθιά παράδοξο. Η χώρα παράγει φθηνή, καθαρή ενέργεια και ταυτόχρονα την απορρίπτει. Ενέργεια που θα μπορούσε να μειώσει το κόστος για όλους, τελικά περικόπτεται. Και όταν η ζήτηση αυξάνεται, το σύστημα καταφεύγει σε ακριβότερες θερμικές μονάδες. Το κόστος αυτής της αστοχίας δεν είναι θεωρητικό. Μεταφέρεται άμεσα στους λογαριασμούς των καταναλωτών και στο ενεργειακό κόστος των επιχειρήσεων.
Η στρέβλωση της αγοράς
Η δομή της αγοράς εντείνει το πρόβλημα. Σε ένα σχετικά συγκεντρωμένο σύστημα, όπου λίγοι μεγάλοι παίκτες διαθέτουν τόσο παραγωγή όσο και ευελιξία, η έλλειψη αποθήκευσης δεν λειτουργεί ουδέτερα.
Αντίθετα, δημιουργεί ένα περιβάλλον όπου οι ευέλικτες, κυρίως θερμικές μονάδες, αποκτούν αυξημένη αξία. Όσο περισσότερη “χαμένη” πράσινη ενέργεια υπάρχει, τόσο μεγαλύτερη γίνεται η ανάγκη για αυτές. Και φυσικά τόσο υψηλότερα παραμένουν τα κέρδη των μεγάλων παραγωγών ΑΠΕ.
Δεν πρόκειται απαραίτητα για ζήτημα παραβατικότητας ούτε για παράνομα υπερκέρδη. Τα υπερκέρδη όμως εις βάρος των καταναλωτών υπάρχουν και βρισκόμαστε μπροστά από μία στρεβλή δομική μεταφορά αξίας: από τη φθηνή, μη αξιοποιημένη ενέργεια, προς ακριβότερες μορφές παραγωγής. Την οποία τελικά πληρώνουμε όλοι μας.
Η ασυμμετρία εις βάρος των ΑΠΕ
Οι συνέπειες δεν κατανέμονται ισότιμα. Οι μικρότεροι και ανεξάρτητοι παραγωγοί ΑΠΕ βρίσκονται σε σαφώς δυσμενέστερη θέση: αντιμετωπίζουν περικοπές παραγωγής, εκτίθενται σε έντονη μεταβλητότητα τιμών, δεν έχουν τη δυνατότητα να μεταθέσουν χρονικά την παραγωγή τους.
Χωρίς αποθήκευση, δεν μπορούν να ελέγξουν πότε πωλούν την ενέργειά τους και απλώς αναγκαστικά προσαρμόζονται και εξανεμίζονται τα επενδυτικά τους κεφάλαια. Αντίθετα, οι μεγαλύτεροι και καθετοποιημένοι παίκτες μπορούν να διαχειριστούν καλύτερα αυτή την αστάθεια, ενισχύοντας σταδιακά τη θέση τους στην αγορά, έως ότου εξαφανιστούν πλήρως οι μικροί παραγωγοί.
Το πραγματικό διακύβευμα
Το κρίσιμο ερώτημα, λοιπόν, δεν είναι αν θα κατασκευαστούν περισσότερα έργα ΑΠΕ, αλλά αν το σύστημα είναι σε θέση να αξιοποιήσει αποτελεσματικά την ενέργεια που ήδη παράγεται.
Για να επιτευχθεί αυτό, η έκδοση νέων αδειών θα μπορούσε να συνδέεται με τη δυνατότητα αποθήκευσης της πλεονάζουσας ενέργειας που δεν απορροφάται άμεσα από το δίκτυο, είτε μέσω συστημάτων μπαταριών είτε μέσω αντλησιοταμιευτικών έργων.
Αν, ωστόσο, μια τέτοια προϋπόθεση δεν είναι άμεσα εφικτή, τότε προτεραιότητα πρέπει να δοθεί στον καλύτερο σχεδιασμό των δικτύων, στην ενίσχυση των διασυνδέσεων και στη συνολική αναβάθμιση των υποδομών. Παράλληλα, η σύνδεση των νέων έργων με υποχρεώσεις αποθήκευσης μπορεί να εφαρμοστεί σταδιακά, καθώς το σύστημα ωριμάζει.
Χαμένη ενέργεια ισοδύναμη με τις ανάγκες έως και 450.000 νοικοκυριών!
Χωρίς επαρκείς δυνατότητες αποθήκευσης, η εγκατεστημένη ισχύς χάνει σημαντικό μέρος της αξίας της. Μετατρέπεται σε ενέργεια που δεν αξιοποιείται, αυξάνει το κόστος εξισορρόπησης του συστήματος και, τελικά, επιβαρύνει τον καταναλωτή με υψηλότερες τιμές.
Η μη αξιοποιούμενη ενέργεια εκτιμάται σε 0,5 έως 1,5 TWh ετησίως — αρκετή για να καλύψει έως και 450.000 νοικοκυριά. Δηλαδή χαμένη ενέργεια αξίας εκατοντάδων εκατομμυρίων τα οποία έχει πληρώσει και ο καταναλωτής αλλά και οι επιχειρήσεις! (Στο λογαριασμό του ρεύματος εμφανίζεται ως Ε.Τ.Μ.Ε.Α.Ρ) Με άλλα λόγια, ένα σημαντικό μέρος της “φθηνής” ενέργειας που παράγεται, δεν φτάνει ποτέ σε αυτούς που τη χρειάζονται και οι οποίοι ουσιαστικά συμμετέχουν στο κόστος παραγωγή της.
Συμπέρασμα
Η ενεργειακή μετάβαση δεν είναι μόνο θέμα περισσότερης παραγωγής. Είναι θέμα σωστής χρονικής διαχείρισης. Όσο η αποθήκευση παραμένει ο αδύναμος κρίκος, το σύστημα θα συνεχίσει να παράγει φθηνή ενέργεια που δεν αξιοποιείται και να βασίζεται σε ακριβότερες λύσεις όταν τη χρειάζεται.
Και όσο αυτό συμβαίνει, ο καταναλωτής θα πληρώνει το κόστος μιας μετάβασης που αντί να τον ωφελεί πλήρως, θα αφήνει τεράστια περιθώρια κέρδους στους ελάχιστους… που ωφελούνται περισσότερο όταν μέρος της παραγόμενης ενέργειας αντί να αποθηκεύεται χάνεται. Και αυτή είναι μια πραγματικότητα την οποία η κυβέρνηση οφείλει να σταματήσει να αγνοεί…
Σημείωση
Πίσω από την εικόνα της “προόδου” επαναλαμβάνεται ένα σταθερό μοτίβο: έργα που προωθούνται, χωρίς τον αναγκαίο συνολικό σχεδιασμό και συντονισμό. Η υλοποίηση συχνά προηγείται του σχεδιασμού, με αποτέλεσμα η λειτουργικότητα να θυσιάζεται στην επικοινωνία και στις εντυπώσεις. Έτσι, η ενεργειακή μετάβαση δεν ξεφεύγει από μια διαχρονική παθογένεια της χώρας: την παραγωγή υποδομών που μοιάζουν ολοκληρωμένες, αλλά στην πράξη παραμένουν ελλιπείς και ασύνδετες μεταξύ τους.
* Ο Παύλος Παπαδάτος είναι Επικοινωνιολόγος – Οικονομολόγος




