Καθώς η Νοτιοανατολική και Ανατολική Ευρώπη προετοιμάζονται για τη σταδιακή κατάργηση των εισαγωγών ρωσικού φυσικού αερίου, ο πλωτός σταθμός LNG της Αλεξανδρούπολης (FSRU) και ο Κάθετος Διάδρομος Φυσικού Αερίου (Vertical Gas Corridor) συγκεντρώνουν ολοένα και μεγαλύτερο ενδιαφέρον ως δυνητικοί πυλώνες της ενεργειακής ασφάλειας της περιοχής.
Ωστόσο, πέρα από τη στρατηγική και γεωπολιτική τους σημασία, παραμένουν σημαντικά ερωτήματα σχετικά με την εμπορική τους βιωσιμότητα, την ανταγωνιστικότητα του κόστους και το πραγματικό ενδιαφέρον των συμμετεχόντων στην αγορά.
Στο πλαίσιο αυτό, ο Πάνος Μαυροειδής, μέλος της Διοικούσας Επιτροπής του GreekEnergyForum (LNGtrader), συνομιλεί με τον Brendan A’Hearn, ειδικό στις αγορές φυσικού αερίου της ICIS και επί χρόνια φίλο του Forum, αναλύοντας τις ευκαιρίες και τις προκλήσεις που αντιμετωπίζουν η Αλεξανδρούπολη και η ευρύτερη περιφερειακή αγορά φυσικού αερίου.
Η συζήτηση επικεντρώνεται στην ανταγωνιστικότητα του LNG, στις επιπτώσεις της επικείμενης κατάργησης των εισαγωγών ρωσικού φυσικού αερίου, στη σχέση μεταξύ πολιτικών φιλοδοξιών και εμπορικής πραγματικότητας, καθώς και στον εξελισσόμενο ρόλο της Τουρκίας στον περιφερειακό ενεργειακό χάρτη.
Μέσα από αυτή τη συζήτηση, το GEF επιδιώκει να αναδείξει μια ανεξάρτητη οπτική, βασισμένη στις πραγματικές συνθήκες της αγοράς, γύρω από ένα από τα σημαντικότερα ζητήματα ενεργειακών υποδομών στη Νοτιοανατολική Ευρώπη.
1. Ανταγωνιστικότητα LNG – Μπορεί να γίνει ανταγωνιστική η Αλεξανδρούπολη;
Πάνος: Αφού το LNG επαναεριοποιηθεί στην Αλεξανδρούπολη και μεταφερθεί μέσω του Κάθετου Διαδρόμου, μπορεί ρεαλιστικά να ανταγωνιστεί εναλλακτικές οδούς προμήθειας φυσικού αερίου προς τη Βουλγαρία, τη Ρουμανία, τη Μολδαβία και την Ουκρανία; Ποια είναι τα βασικά εμπόδια από πλευράς κόστους, ιδίως όσον αφορά τα τέλη επαναεριοποίησης και τα τιμολόγια διασυνοριακής μεταφοράς;
Brendan: Η άμεση σύγκριση του κόστους μεταξύ Αλεξανδρούπολης και Ρεβυθούσας δίνει τη σαφέστερη απάντηση ως προς την ανταγωνιστικότητα της τροφοδοσίας της Ελλάδας ή της Βουλγαρίας, καθώς το κόστος διαμετακόμισης πέραν της Βουλγαρίας είναι ίδιο και για τους δύο τερματικούς σταθμούς.
Στην Αλεξανδρούπολη, το ετήσιο τιμολόγιο επαναεριοποίησης για το τρέχον έτος φυσικού αερίου ανέρχεται σε 1,74 €/MWh για μακροχρόνιους χρήστες και υπερβαίνει τα 2 €/MWh εάν κάποιος χρήστης επιθυμεί να παραδώσει φορτίο spot. Στην τιμή αυτή δεν περιλαμβάνεται η είσοδος στο δίκτυο, για την οποία απαιτείται χωριστή δέσμευση δυναμικότητας με επιπλέον κόστος. Αντίθετα, το τρέχον ετήσιο προϊόν της Ρεβυθούσας, που περιλαμβάνει εγγυημένη είσοδο στο δίκτυο, κοστίζει μόλις 0,79 €/MWh ή 1,46 €/MWh για ένα τυπικό παράθυρο εκφόρτωσης 14 ημερών. Αυτή και μόνο η διαφορά είναι σημαντική, χωρίς καν να συνυπολογίζονται οι χαμηλότερες απώλειες εξάτμισης (boil-off) στη Ρεβυθούσα ή το γεγονός ότι η Ρεβυθούσα προσφέρει πολύ ευκολότερη πρόσβαση σε φθηνότερη δυναμικότητα εξαγωγής προς τη Βουλγαρία μέσω Κουλάτα/Σιδηροκάστρου. Αντίθετα, από την Αλεξανδρούπολη η δυναμικότητα από σημείο σε σημείο Αμφιτρίτη–Κουλάτα είναι περιορισμένη, ενώ η πιο άφθονη διαθέσιμη δυναμικότητα εξαγωγής μέσω του IGB είναι ακριβότερη.
Είναι συνεπώς σαφές ότι η Ρεβυθούσα αποτελεί φθηνότερο και λειτουργικά ευκολότερο τερματικό σταθμό. Η Αλεξανδρούπολη, επιπλέον, έχει αντιμετωπίσει δύο ξεχωριστές παρατεταμένες διακοπές λειτουργίας λόγω τεχνικών δυσκολιών από την έναρξη λειτουργίας της το 2024. Ωστόσο, η δυναμικότητα της Ρεβυθούσας είναι ήδη πλήρως δεσμευμένη σε μακροχρόνια βάση για πολλά χρόνια και η χρήση της είναι υψηλή. Αυτό σημαίνει ότι η Αλεξανδρούπολη είναι ο μόνος διαθέσιμος τερματικός σταθμός για νέες πρόσθετες ποσότητες εφοδιασμού. Το πρόγραμμα του τερματικού για το τρέχον έτος φυσικού αερίου προβλέπει μάλιστα διπλάσιο αριθμό φορτίων σε σχέση με το προηγούμενο έτος.
Ως προς την ευρύτερη οικονομική διάσταση του Κάθετου Διαδρόμου για την τροφοδοσία μιας χώρας όπως η Ουκρανία, είναι σαφές ότι, ακόμη και μετά τις σημαντικές μειώσεις του κόστους δυναμικότητας σε χώρες όπως η Ρουμανία, η διαδρομή από την Ελλάδα προς την Ουκρανία δεν μπορεί να ανταγωνιστεί οικονομικά την πολύ πιο άμεση διαδρομή από την Πολωνία. Ακόμη και όταν υπήρχαν τα υπερ-ενοποιημένα προϊόντα δυναμικότητας (super-bundledproducts), σπάνια γίνονταν δεσμεύσεις λόγω της τιμής τους και οι ροές ήταν ελάχιστες. Πλέον τα προϊόντα αυτά δεν υφίστανται, επομένως οι εμπορικές εταιρείες θα πρέπει να καταφέρουν να δεσμεύσουν ταυτόχρονα δυναμικότητα σε πολλά διαφορετικά σημεία διασύνδεσης, όπου η διαθέσιμη δυναμικότητα ποικίλλει, καθώς και να είναι εγγεγραμμένες σε όλους τους διαχειριστές συστημάτων μεταφοράς (TSOs) κατά μήκος της διαδρομής. Πρόκειται για σημαντικό λειτουργικό εμπόδιο, πέραν του υψηλού κόστους.
Ανάλογα με τη διάρκεια της δέσμευσης, το κόστος διαμετακόμισης από την Ελλάδα προς την Ουκρανία μπορεί να κυμαίνεται περίπου μεταξύ 5 και 10 €/MWh. Αντίθετα, η απευθείας δέσμευση δυναμικότητας από την Πολωνία προς την Ουκρανία κοστίζει λιγότερο από το μισό και απαιτεί αγορά δυναμικότητας σε ένα μόνο σημείο διασύνδεσης, κάτι που είναι πολύ ευκολότερο λειτουργικά.
Συνοπτικά, παρότι η Αλεξανδρούπολη είναι ακριβότερη από τη Ρεβυθούσα, κανένας από τους δύο τερματικούς σταθμούς δεν μπορεί ρεαλιστικά να ανταγωνιστεί οικονομικά άλλες επιλογές για την τροφοδοσία της Ουκρανίας.
2. Σταδιακή κατάργηση του ρωσικού φυσικού αερίου – Σημείο καμπής για την αγορά;
Πάνος: Καθώς η ΕΕ κινείται προς την πλήρη απαγόρευση εισαγωγών ρωσικού φυσικού αερίου έως τον Νοέμβριο του 2027, θα μπορούσε η Αλεξανδρούπολη να καταστεί βασική εναλλακτική οδός εφοδιασμού για τη Νοτιοανατολική και Ανατολική Ευρώπη; Ή θα παραμείνουν δύσκολα τα οικονομικά δεδομένα των εισαγωγών LNG, ακόμη και χωρίς τον ρωσικό ανταγωνισμό;
Brendan: Η Αλεξανδρούπολη αναμφίβολα θα αποκτήσει μεγαλύτερη σημασία ως σημείο εφοδιασμού με την απώλεια του ρωσικού αερίου, ιδίως επειδή η Ρεβυθούσα είναι ήδη πλήρως δεσμευμένη, οπότε οποιαδήποτε πρόσθετη προμήθεια προς την Ελλάδα θα πρέπει να φθάσει στην Αλεξανδρούπολη. Όπως αναφέρθηκε, το πρόγραμμα για το φετινό έτος φυσικού αερίου προβλέπει ήδη διπλάσιες παραδόσεις σε σχέση με το προηγούμενο, και ο αριθμός μπορεί να αυξηθεί περαιτέρω από το 2027–2028, όταν σταματήσουν οι ροές ρωσικού αερίου. Οι Έλληνες αγοραστές Metlen και ΔΕΠΑ εισάγουν σήμερα σημαντικές ποσότητες ρωσικού αερίου μέσω αγωγών, οι οποίες θα πρέπει να αντικατασταθούν, ενώ οι ρωσικές προμήθειες μέσω αγωγών προς ολόκληρη την περιοχή υπερβαίνουν σήμερα τα 15 δισ. κυβικά μέτρα ετησίως (bcm/έτος).
Αυτό αφήνει ένα σημαντικό κενό εφοδιασμού στην Ανατολική Ευρώπη, αν και η Αλεξανδρούπολη δεν θα είναι η μόνη επιλογή που θα ανταγωνίζεται για την αντικατάσταση αυτών των ποσοτήτων. Το υπεράκτιο έργο NeptunDeep της Ρουμανίας θα ξεκινήσει το 2027, προσφέροντας νέα παραγωγή 8 bcm/έτος και καλύπτοντας άμεσα περίπου το μισό περιφερειακό έλλειμμα. Επιπλέον, ο τερματικός LNG του Krk στην Κροατία έχει υπερδιπλασιάσει τη δυναμικότητά του σε περίπου 6 bcm και είναι πλήρως δεσμευμένος για τα επόμενα χρόνια, καλύπτοντας χονδρικά άλλο ένα πέμπτο του κενού, παρότι υπάρχουν ορισμένα ερωτήματα για το κατά πόσον μέρος αυτής της δυναμικότητας θα είναι διαθέσιμο στην αγορά. Ο αγωγός Αυστρίας–Ουγγαρίας αποτελεί επίσης σημαντική οδό εφοδιασμού, η οποία σήμερα υποχρησιμοποιείται σε μεγάλο βαθμό, αλλά θα μπορούσε να προσφέρει αρκετά επιπλέον bcm από τη Δύση.
Επομένως, η Αλεξανδρούπολη είναι βέβαιο ότι βρίσκεται σε θέση να ωφεληθεί από την απώλεια του ρωσικού αερίου, αλλά θα ανταγωνιστεί αρκετές άλλες πηγές για την κάλυψη του κενού εφοδιασμού, ενώ εξακολουθεί να αντιμετωπίζει το υψηλό κόστος του τερματικού, όπως περιγράφηκε παραπάνω.
3. Κάθετος Διάδρομος – Πολιτική φιλοδοξία έναντι εμπορικής πραγματικότητας
Πάνος: Η Ελλάδα, η Βουλγαρία, η Ρουμανία, η Σερβία (με την Ουγγαρία να ακολουθεί στενά) και άλλοι περιφερειακοί εταίροι έχουν εκφράσει ισχυρή πολιτική στήριξη στον Κάθετο Διάδρομο Φυσικού Αερίου. Μεταφράζεται όμως αυτή η πολιτική σύμπλευση σε ένα εμπορικά βιώσιμο εγχείρημα; Ποιος πρόσθετος ρυθμιστικός ή τιμολογιακός συντονισμός απαιτείται για να καταστεί ανταγωνιστικός ο διάδρομος;
Brendan: Πολλά από τα οικονομικά και λειτουργικά ζητήματα αναλύθηκαν ήδη στην πρώτη απάντηση.
Γενικά, κατά τη γνώμη μου, τα μνημόνια συνεργασίας (MoUs) δεν έχουν ιδιαίτερη πρακτική σημασία. Περιγράφουν τρόπους συνεργασίας μεταξύ των διαχειριστών συστημάτων μεταφοράς (TSOs) της περιοχής, αλλά κάτι τέτοιο ήταν ήδη απολύτως εφικτό στο παρελθόν μέσα από σχήματα όπως το CESEC. Το γεγονός και μόνο ότι υπάρχει ένα φόρουμ συνεργασίας δεν σημαίνει ότι η δυνατότητα αυτή θα αξιοποιηθεί. Επιπλέον, η επικοινωνία ακόμη και μεταξύ γειτονικών διαχειριστών δεν είναι πάντοτε καλή, με πολλούς να επισημαίνουν ως ιδιαίτερο εμπόδιο την έλλειψη διαφάνειας και ανοικτής συνεργασίας από τη ρουμανική Transgaz.
Πολλά από τα σημερινά προβλήματα της περιοχής υπάρχουν εδώ και καιρό, όπως οι διαφορετικές προδιαγραφές ποιότητας φυσικού αερίου από χώρα σε χώρα ή η δυσκολία πρόσβασης τρίτων σε ορισμένους αγωγούς εξαιτίας μακροχρόνιων δεσμεύσεων δυναμικότητας. Μέχρι στιγμής τα ζητήματα αυτά δεν έχουν επιλυθεί ουσιαστικά, παρότι έχει σημειωθεί αργή πρόοδος σε ορισμένα θέματα, όπως η μετάβαση σε ενιαίες ενεργειακές μονάδες.
Τελικά, ωστόσο, το μεγαλύτερο εμπόδιο ήταν και θα συνεχίσει να είναι το υψηλό κόστος διαμετακόμισης φυσικού αερίου μέσω πολλών χωρών, που θα είναι πάντοτε ακριβότερο από μια άμεση διαδρομή με διέλευση ενός μόνο συνόρου. Πολλοί διαχειριστές αντιμετωπίζουν το πρόβλημα ότι η μειούμενη χρήση των δικτύων οδηγεί σε υψηλότερα τιμολόγια, δημιουργώντας έναν φαύλο κύκλο από τον οποίο θα είναι δύσκολο να εξέλθουν.
4. Συμμετέχοντες στην αγορά – Υπάρχει πραγματικό εμπορικό ενδιαφέρον;
Πάνος: Πέρα από τις κυβερνητικές ανακοινώσεις και τις στρατηγικές δεσμεύσεις, ποιο είναι το πραγματικό ενδιαφέρον των προμηθευτών LNG, των εμπορικών εταιρειών και των περιφερειακών επιχειρήσεων κοινής ωφέλειας για τη χρήση της Αλεξανδρούπολης και του Κάθετου Διαδρόμου; Είναι οι συμμετέχοντες στην αγορά πρόθυμοι να δεσμεύσουν μακροχρόνια δυναμικότητα ή το ενδιαφέρον είναι κυρίως ευκαιριακό και εξαρτάται από τις διαφορές τιμών;
Brendan: Τελικά, πάνω απ’ όλα, το ζήτημα θα κριθεί από την τιμή. Όπως αναλύθηκε παραπάνω, ο Κάθετος Διάδρομος δεν έχει εμπορική λογική για τις περισσότερες χρήσεις, αν και η αύξηση της αξιοποίησης της ίδιας της Αλεξανδρούπολης είναι σχεδόν βέβαιη.
Ίσως η μόνη δυνατότητα να λειτουργήσει αυτός ο Διάδρομος είναι εάν η αμερικανική VentureGlobal προσφέρει φυσικό αέριο στην Ελλάδα σε αρκετά χαμηλή τιμή ώστε να αντισταθμίζει το υψηλό κόστος των τιμολογίων διαμετακόμισης προς την Ουκρανία. Η VentureGlobal έχει δεσμεύσει περίπου το 25% της δυναμικότητας της Αλεξανδρούπολης έως το 2030, ποσότητα που αντιστοιχεί περίπου σε ένα φορτίο τον μήνα. Διαθέτει επίσης δικό της στόλο πλοίων, κάτι που σημαίνει ότι θα μπορούσε να προμηθεύει αέριο εξ ολοκλήρου μέσω της δικής της αλυσίδας αξίας, σε σχετικά χαμηλές τιμές, και παρ’ όλα αυτά να αποκομίζει κέρδος.
Ωστόσο, σημαντικό εμπόδιο σε τέτοιες μακροχρόνιες συμφωνίες είναι η έλλειψη ζήτησης από την Ουκρανία, όπου η αβεβαιότητα σχετικά με το πότε θα τελειώσει ο πόλεμος και πώς θα μοιάζει η ειρήνη καθιστά πολύ δύσκολο τον μακροχρόνιο σχεδιασμό. Αυτή ακριβώς τη στιγμή, η Ουκρανία διαθέτει μάλιστα αρκετό φυσικό αέριο ώστε να εξάγει ένα μέρος του στην Ευρώπη, ενώ οι εγχώριες τιμές είναι πολύ χαμηλότερες από τον TTF. Συνεπώς, δεν υπάρχει ανάγκη εισαγωγής αερίου μέσω μιας ακριβής διαδρομής. Χωρίς δυνατότητα αξιόπιστης πρόβλεψης της βιομηχανικής ζήτησης της χώρας σε πέντε χρόνια, για παράδειγμα, δεν είναι ουσιαστικά εφικτή η σύναψη μακροχρόνιων συμβάσεων για μεγάλες ποσότητες.
Ούτε οι άλλες χώρες κατά μήκος της διαδρομής έχουν πραγματική ανάγκη να δεσμευθούν για μακροχρόνιες ποσότητες από την Ελλάδα, όταν το NeptunDeep βρίσκεται πολύ πιο κοντά και επομένως αναμένεται να προσφέρει φθηνότερες εισαγωγές, ιδίως για τις ίδιες τις ρουμανικές εταιρείες.
5. Τελική εκτίμηση – Τι θα καθορίσει τη μακροπρόθεσμη βιωσιμότητα;
Πάνος: Με ορίζοντα το 2028–2030, τι θα καθορίσει τελικά την επιτυχία της Αλεξανδρούπολης: οι γεωπολιτικές εξελίξεις, η εξάλειψη του ρωσικού αερίου, η μείωση του κόστους μεταφοράς ή η πραγματική ζήτηση από περιφερειακούς αγοραστές; Μπορεί ο τερματικός σταθμός να επιτύχει βιώσιμα επίπεδα εμπορικής αξιοποίησης χωρίς συνεχή πολιτική στήριξη;
Brendan: Δεδομένης της ανάγκης αντικατάστασης σημαντικών ποσοτήτων ρωσικού αερίου από το τέταρτο τρίμηνο του 2027, πιστεύω ότι η αξιοποίηση της Αλεξανδρούπολης θα αυξηθεί σημαντικά, καθώς αποτελεί την ευκολότερη υφιστάμενη οδό για πρόσθετες ποσότητες εφοδιασμού προς την Ελλάδα και τη Νοτιοανατολική Ευρώπη.
Ίσως αποτελεί ξεχωριστό ερώτημα το κατά πόσον θα υπάρξει στο μέλλον ανταγωνισμός από άλλους τερματικούς σταθμούς στην Ελλάδα. Για παράδειγμα, υπάρχει πλέον κάποιο ενδιαφέρον για ένα μικρό έργο με την ονομασία DiorigaGas, κοντά στο συγκρότημα διυλιστηρίων της MotorOilHellas στους Αγίους Θεοδώρους. Υπάρχει επίσης η πιθανότητα η Τουρκία να αρχίσει να εξάγει μεγάλες ποσότητες, ιδίως καθώς η εγχώρια παραγωγή της αυξάνεται τα επόμενα χρόνια. Ωστόσο, η δυναμικότητα των αγωγών προς τη Βουλγαρία είναι σήμερα περιορισμένη, ενώ οι εξαγωγές προς την Ελλάδα είναι επί του παρόντος δύσκολο να προβλεφθούν.
6. Η γεωπολιτική θέση της Τουρκίας – Ανταγωνισμός για την περιφερειακή ενεργειακή επιρροή
Πάνος: Η Τουρκία ενισχύει τη θέση της ως περιφερειακός κόμβος φυσικού αερίου, αξιοποιώντας τις υποδομές εισαγωγής LNG, τις διασυνδέσεις αγωγών και την πρόσβαση σε πολλαπλές πηγές εφοδιασμού. Θα μπορούσε η ανάπτυξη της Αλεξανδρούπολης και του Κάθετου Διαδρόμου να αμφισβητήσει τη γεωπολιτική επιρροή της Τουρκίας στις ροές φυσικού αερίου προς τη Νοτιοανατολική και Ανατολική Ευρώπη; Ή θα μπορούσαν οι δύο οδοί να συνυπάρξουν, με την εμπορική ανταγωνιστικότητα να καθορίζει τελικά τον αντίστοιχο ρόλο τους;
Brendan: Προσωπικά, θα υποστήριζα ότι είναι δύσκολο να χαρακτηριστεί η Τουρκία «κόμβος» (hub) με την παραδοσιακή έννοια του όρου, λόγω της σημαντικής έλλειψης διαφάνειας και ρευστότητας στην αγορά, όπου η κρατική δεσπόζουσα εταιρεία BOTAŞ κυριαρχεί στις εισαγωγές, στις εξαγωγές και στον εφοδιασμό της εγχώριας αγοράς.
Ασφαλώς, η Τουρκία βρίσκεται σε εξαιρετικά ευνοϊκή γεωγραφική θέση για να διαδραματίσει έναν τέτοιο ρόλο, έχοντας άμεση πρόσβαση σε δύο από τους μεγαλύτερους παραγωγούς παγκοσμίως (Ιράν και Ρωσία), καθώς και αυξανόμενη εγχώρια παραγωγή, προμήθειες από το Αζερμπαϊτζάν και πολύ μεγάλη δυναμικότητα εισαγωγής LNG.
Ωστόσο, χωρίς επέκταση των αγωγών εξαγωγής προς τη Βουλγαρία —η οποία, σύμφωνα με τα πιο πρόσφατα αναπτυξιακά σχέδια, δεν προβλέπεται σήμερα από τη βουλγαρική πλευρά— δεν είναι φυσικά εφικτή μια αξιοσημείωτη αύξηση των εξαγωγών. Η έλλειψη διαφάνειας και ρευστότητας στην τουρκική αγορά σημαίνει επίσης ότι είναι πολύ απίθανη η είσοδος ξένων εταιρειών, ιδίως καθώς, για παράδειγμα, δεν είναι δυνατή η δέσμευση δυναμικότητας στους τερματικούς σταθμούς LNG της χώρας.
Με βάση τα σημερινά σχέδια των περιφερειακών διαχειριστών, δεν θεωρώ πιθανό η Τουρκία να αρχίσει να εξάγει σημαντικές ποσότητες πέραν της ήδη διαθέσιμης περιορισμένης δυναμικότητας των περίπου 4 bcm/έτος, και σίγουρα όχι στο άμεσο μέλλον.
(Αναδημοσίευση από Greek Energy Forum)




