Η Dimand έκλεισε το πρώτο εξάμηνο του 2026 με υψηλότερα έσοδα και κέρδη, αλλά και με αυξημένες χρηματοδοτικές ανάγκες. Ο συνολικός δανεισμός του ομίλου ανέβηκε στα 141,7 εκατ. ευρώ από 99 εκατ. ευρώ στο τέλος του 2025, ενώ ο καθαρός δανεισμός σχεδόν διπλασιάστηκε, από 45,6 εκατ. σε 80,4 εκατ. ευρώ. Η άνοδος συνδέεται με την ανάπτυξη του επενδυτικού χαρτοφυλακίου και την απόκτηση νέων ακινήτων. Το κρίσιμο ερώτημα είναι αν οι εισπράξεις από έργα και πωλήσεις θα ακολουθήσουν τον ίδιο ρυθμό με τις νέες υποχρεώσεις.
Το πρώτο άγχος για τη διοίκηση εντοπίζεται στις λήξεις των δανείων. Οι βραχυπρόθεσμες δανειακές υποχρεώσεις έφθασαν τα 59,2 εκατ. ευρώ, έναντι 28,9 εκατ. τον Δεκέμβριο. Παράλληλα, τα στοιχεία για τις λήξεις των δανείων δείχνουν πως η Dimand πρέπει να αποπληρώσει δάνεια 63,6 εκατ. ευρώ μέσα στους επόμενους 12 μήνες, ποσό που περιλαμβάνει κεφάλαιο και τόκους. Τα διαθέσιμα στο τέλος Ιουνίου ανέρχονταν σε 58,1 εκατ. ευρώ, αλλά 3,3 εκατ. ήταν δεσμευμένα. Επομένως, τα ελεύθερα διαθέσιμα ήταν περίπου 54,7 εκατ. ευρώ, χαμηλότερα κατά σχεδόν 9 εκατ. από τις συγκεκριμένες δανειακές πληρωμές.
Η διαφορά αυτή δεν αποτελεί από μόνη της ένδειξη αδυναμίας πληρωμών. Δείχνει, όμως, ότι η κάλυψη των λήξεων εξαρτάται από νέες εισπράξεις, διαθέσιμες πιστωτικές γραμμές, αναχρηματοδότηση ή αξιοποίηση περιουσιακών στοιχείων. Η ίδια η εταιρεία αναγνωρίζει τον κίνδυνο ρευστότητας λόγω των μεσοπρόθεσμων δεσμεύσεων του επενδυτικού προγράμματος και των χρηματοοικονομικών υποχρεώσεών της.
Η εικόνα γίνεται πιο δύσκολη αν συνυπολογιστούν οι λοιπές βραχυπρόθεσμες ανάγκες. Οι συνολικές βραχυπρόθεσμες υποχρεώσεις αυξήθηκαν στα 102,4 εκατ. ευρώ από 48,1 εκατ. στο τέλος του 2025. Τα κυκλοφορούντα στοιχεία ενεργητικού ανέρχονταν σε 107,2 εκατ. ευρώ, άρα ο σχετικός δείκτης κάλυψης διαμορφωνόταν οριακά πάνω από τη μονάδα, περίπου στο 1,05. Στα στοιχεία αυτά περιλαμβάνονται, ωστόσο, απαιτήσεις 32,9 εκατ. ευρώ και αποθέματα 16,3 εκατ. ευρώ, τα οποία δεν μετατρέπονται αναγκαστικά άμεσα σε μετρητά. Τα ταμειακά διαθέσιμα αντιστοιχούσαν περίπου στο 57% των βραχυπρόθεσμων υποχρεώσεων.
Ιδιαίτερη προσοχή χρειάζεται και η μεταβολή στις υποχρεώσεις προς προμηθευτές και λοιπούς πιστωτές, οι οποίες αυξήθηκαν από 18,4 εκατ. σε 42,4 εκατ. ευρώ. Η αύξηση μπορεί να αντανακλά τον μεγαλύτερο όγκο εργασιών για την ανάπτυξη ακινήτων, αλλά είναι σημαντικό να φανεί αν οι υποχρεώσεις εξοφλούνται κανονικά ή αν η εταιρεία χρηματοδοτεί μέρος της ανάπτυξής της με μεγαλύτερη πίστωση από τους προμηθευτές.
Οι λειτουργικές ταμειακές ροές ήταν θετικές κατά 15,3 εκατ. ευρώ, έναντι αρνητικών 12,9 εκατ. την αντίστοιχη περίοδο του 2025. Η βελτίωση μοιάζει σημαντική, αλλά η σύνθεσή της είναι καθοριστική: η αύξηση των υποχρεώσεων προς προμηθευτές και λοιπών υποχρεώσεων πρόσθεσε 15,7 εκατ. ευρώ στις λειτουργικές ροές. Αν αφαιρεθεί αυτή η επίδραση, οι καθαρές λειτουργικές ροές μετά τους τόκους θα ήταν περίπου αρνητικές κατά 0,4 εκατ. ευρώ. Συνεπώς, η εταιρεία δεν δημιούργησε στο εξάμηνο αρκετά μετρητά από τις καθημερινές δραστηριότητές της ώστε να καλύψει αυτοτελώς τις επενδυτικές της ανάγκες.
Οι επενδυτικές ταμειακές ροές ήταν αρνητικές κατά 50,2 εκατ. ευρώ, κυρίως λόγω της αγοράς επενδυτικών ακινήτων και των δαπανών ανάπτυξης. Για να χρηματοδοτήσει το επενδυτικό πρόγραμμα, ο όμιλος άντλησε 68,3 εκατ. ευρώ από νέα δάνεια και αποπλήρωσε 24,9 εκατ. ευρώ. Η καθαρή χρηματοδοτική εισροή ήταν 42,9 εκατ. ευρώ. Τα ταμειακά διαθέσιμα αυξήθηκαν κατά 8 εκατ. ευρώ, αλλά η αύξηση αυτή συνυπάρχει με σημαντική άνοδο του συνολικού δανεισμού.
Ανάλογη προσοχή απαιτεί η ανάγνωση των κερδών. Τα καθαρά κέρδη ανήλθαν σε 19,5 εκατ. ευρώ, αυξημένα κατά 61% σε σύγκριση με το πρώτο εξάμηνο του 2025. Στα αποτελέσματα περιλαμβάνονται, όμως, κέρδη 13,7 εκατ. ευρώ από αναπροσαρμογή της εύλογης αξίας των ακινήτων και 6,5 εκατ. ευρώ από συμμετοχές που λογιστικοποιούνται με τη μέθοδο της καθαρής θέσης. Τα δύο κονδύλια αθροίζονται σε 20,2 εκατ. ευρώ, ποσό μεγαλύτερο από τα καθαρά κέρδη της περιόδου. Αφαιρώντας τα από τα προ φόρων κέρδη των 22,9 εκατ. ευρώ, απομένουν περίπου 2,7 εκατ. ευρώ πριν από φόρους. Οι αποτιμήσεις αντανακλούν την αξία του χαρτοφυλακίου, αλλά δεν αποτελούν ταμειακές εισπράξεις.
Τα χρηματοοικονομικά έξοδα που αναγνωρίστηκαν στα αποτελέσματα ήταν 1,2 εκατ. ευρώ, ενώ οι τόκοι και τα συναφή έξοδα που πληρώθηκαν σε μετρητά ανήλθαν σε 3,45 εκατ. ευρώ. Μέρος του κόστους δανεισμού κεφαλαιοποιείται στα υπό ανάπτυξη ακίνητα και δεν περνά άμεσα στην κατάσταση αποτελεσμάτων. Έτσι, η επιβάρυνση που δείχνουν τα λογιστικά κέρδη είναι μικρότερη από την ταμειακή εκροή τόκων της περιόδου.
Υπάρχει, επίσης, έκθεση στα κυμαινόμενα επιτόκια. Η εταιρεία υπολογίζει ότι αύξηση κατά μία ποσοστιαία μονάδα θα μείωνε τα αποτελέσματα του εξαμήνου κατά περίπου 637.000 ευρώ, με τις άλλες παραμέτρους σταθερές. Έως τις 30 Ιουνίου δεν είχε χρησιμοποιήσει μέσα αντιστάθμισης επιτοκιακού κινδύνου. Η επίπτωση αυτή θα αυξανόταν αν συνεχιζόταν η διόγκωση του δανεισμού.
Τέλος, τα έσοδα από κατασκευαστικά έργα έφθασαν τα 61,9 εκατ. ευρώ και αποτέλεσαν τον βασικό μοχλό αύξησης του κύκλου εργασιών στα 66 εκατ. ευρώ. Η έκθεση αναφέρει ότι δύο πελάτες αντιστοιχούσαν στο 77% και στο 17% του συνολικού κύκλου εργασιών. Η συγκέντρωση δημιουργεί εξάρτηση από την πρόοδο και τις πληρωμές περιορισμένου αριθμού έργων. Το κόστος των κατασκευαστικών έργων ήταν 53,4 εκατ. ευρώ, αφήνοντας διαφορά περίπου 8,5 εκατ. πριν από τα υπόλοιπα λειτουργικά έξοδα.
Η διοίκηση αναφέρει ότι ο όμιλος συμμορφώνεται με τους όρους των δανειακών συμβάσεων και δεν αναμένει δυσκολία συμμόρφωσης στους επόμενους 12 μήνες. Η λογιστική κατάσταση του πρώτου εξαμήνου του 2026 δείχνει, ωστόσο, μια εταιρεία που επενδύει γρήγορα, αυξάνει τον δανεισμό της και χρειάζεται να μετατρέπει εγκαίρως έργα, απαιτήσεις και ακίνητα σε μετρητά. Στις 30 Ιουλίου, δηλαδή μετά τη λήξη του εξαμήνου, η θυγατρική IQ Athens πούλησε κάθετη ιδιοκτησία στον Διαχειριστή του Ελληνικού Δικτύου Διανομής Ηλεκτρικής Ενέργειας (ΔΕΔΔΗΕ) και ανέλαβε την ανάπτυξη γραφείων 37.530 τετραγωνικών μέτρων έναντι 134,7 εκατ., που θα εισπραχθούν τμηματικά. Η συνολική εκτιμώμενη αξία ανάπτυξης των 16 έργων υπό διαχείριση ανέρχεται σε 2,19 δισ. Το β΄ εξάμηνο όμως θα δείξει αν οι εισπράξεις θα φτάσουν εγκαίρως για να καλύψουν τα 104,7 εκατ. των υποχρεώσεων που λήγουν μέσα στους επόμενους δώδεκα μήνες.



