Του Στάθη Βασιλόπουλου
Σε φάση επιτάχυνσης περνά το επενδυτικό πρόγραμμα του αεροδρομίου της Αθήνας, με αιχμή την κατασκευή νέων υποδομών και στόχο την ενίσχυση της δυναμικότητάς του ενόψει της αυξανόμενης επιβατικής κίνησης.
Στο πλαίσιο αυτό, υλοποιείται το Πρόγραμμα Επέκτασης (AEP), το οποίο αποτελεί τον βασικό πυλώνα ανάπτυξης για την επόμενη δεκαετία και φιλοδοξεί να μετασχηματίσει συνολικά τις δυνατότητες του Διεθνούς Αερολιμένα Αθηνών. Το επενδυτικό σχέδιο, ύψους περίπου 1,3 δισ. ευρώ, στοχεύει στην αύξηση της ετήσιας δυναμικότητας έως και τα 40 εκατ. επιβάτες μέχρι το 2032, με σημαντικό μέρος των έργων να υλοποιείται έως το 2028.
Κεντρικό στοιχείο του σχεδιασμού αποτελεί η επέκταση των εγκαταστάσεων εξυπηρέτησης επιβατών, με αύξηση της συνολικής επιφάνειας κατά περίπου 150.000 τ.μ., συνοδευόμενη από εκτεταμένη αναβάθμιση κρίσιμων υποδομών, από τους χώρους check-in και ελέγχων έως τη διαχείριση αποσκευών και τις εμπορικές δραστηριότητες.
Σε επίπεδο ωρίμανσης, οι μελέτες για την επέκταση του κύριου αεροσταθμού ολοκληρώθηκαν το 2025 με τη συνδρομή διεθνούς κοινοπραξίας, ενώ έχει ήδη προκηρυχθεί ο διαγωνισμός για την κατασκευή του έργου μέσω του μοντέλου Early Contractor Involvement (ECI). Η επιλογή αυτή αποσκοπεί στη βελτιστοποίηση του κόστους και στον περιορισμό των κινδύνων σε ένα έργο υψηλής πολυπλοκότητας, με την ανάθεση της σύμβασης να τοποθετείται χρονικά στο δεύτερο εξάμηνο του 2026.
Ιδιαίτερη βαρύτητα δίνεται, ωστόσο, και στις υποδομές στάθμευσης, καθώς η αυξημένη επιβατική κίνηση έχει εντείνει τις πιέσεις στη διαθέσιμη χωρητικότητα. Στο πλαίσιο αυτό, προχωρά η κατασκευή του νέου πολυώροφου χώρου στάθμευσης, οι εργασίες του οποίου έχουν ξεκινήσει από πέρσι τον Ιούλιο μετά και την παύση λειτουργίας του χώρου μικρής διάρκειας P1, προκειμένου να παραδοθεί το εργοτάξιο στον ανάδοχο.
Το νέο parking αναμένεται να ολοκληρωθεί εντός του δεύτερου τριμήνου του 2027 και να αποτελέσει κρίσιμη προσθήκη στις υποδομές του αεροδρομίου, αυξάνοντας σημαντικά τη συνολική χωρητικότητα και βελτιώνοντας τη διαχείριση της ζήτησης, ιδίως σε περιόδους αιχμής. Η ανάπτυξή του συνδυάζεται με τη δημιουργία πρόσθετων θέσεων στάθμευσης, αλλά και με την αναδιοργάνωση των υφιστάμενων εγκαταστάσεων, ώστε να διασφαλιστεί η ομαλή μετάβαση κατά τη διάρκεια των έργων.
Σήμερα, οι υφιστάμενες εγκαταστάσεις περιλαμβάνουν δύο χώρους βραχείας διάρκειας με συνολική χωρητικότητα περίπου 1.065 θέσεων, έναν χώρο μακράς διάρκειας με 5.980 θέσεις, επιπλέον 500 θέσεις σε απομακρυσμένο χώρο και 350 θέσεις για υπηρεσίες business/valet.
Σε οικονομικό επίπεδο, τα έσοδα από τη στάθμευση ανήλθαν την περασμένη χρονιά σε 22,2 εκατ. ευρώ, σημειώνοντας οριακή αύξηση σε σχέση με το προηγούμενο έτος, κυρίως λόγω της αυξημένης επιβατικής κίνησης προς την Αθήνα και της αποτελεσματικής διαχείρισης των διαθέσιμων θέσεων μετά την έναρξη των έργων.
Παράλληλα, ενισχύεται ο ρόλος των ψηφιακών υπηρεσιών, καθώς οι ηλεκτρονικές κρατήσεις αντιπροσωπεύουν το 35% του συνόλου των εσόδων από τη στάθμευση και σχεδόν το 54% των εσόδων από τη στάθμευση μακράς διάρκειας, συμβάλλοντας καθοριστικά στη βελτιστοποίηση της χρήσης των διαθέσιμων θέσεων.
Για τη χρονιά που διανύουμε, η επίδραση των κατασκευαστικών εργασιών εκτιμάται ότι θα είναι περιορισμένη, καθώς η απώλεια θέσεων αντισταθμίζεται εν μέρει από τη δημιουργία πρόσθετων ανοικτών χώρων στάθμευσης και τη βελτιστοποίηση των υφιστάμενων υποδομών.
Στο ίδιο επενδυτικό πλάνο εντάσσεται και η κατασκευή νέου Αεροσταθμού VIP, με σύγχρονες υποδομές και αναβαθμισμένες υπηρεσίες, ο οποίος αναμένεται να ενισχύσει περαιτέρω το επίπεδο εξυπηρέτησης.









