του Νίκου Ρουσάνογλου
Θέσεις μάχης εν όψει των νέων έργων για την αντιμετώπιση της λειψυδρίας, που αναμένεται να δημοπρατηθούν τους επόμενους μήνες, λαμβάνουν οι μεγάλοι κατασκευαστικοί όμιλοι, σε συνεργασία και με εξειδικευμένες εταιρείες, τόσο στην Ελλάδα όσο και στο εξωτερικό. Ο τομέας των περιβαλλοντικών έργων αναμένεται να εξελιχθεί σε σημαντική δραστηριότητα τα επόμενα χρόνια, ως αποτέλεσμα της διαχείρισης των προκλήσεων της κλιματικής αλλαγής.
Ειδικά στο σκέλος της άρδευσης, που ευθύνεται για το μεγαλύτερο ποσοστό κατανάλωσης νερού της χώρας, προβλέπονται σημαντικές παρεμβάσεις και νέα έργα. Το γεγονός ότι πολλά εξ αυτών θα υλοποιηθούν με τη μέθοδο των ΣΔΙΤ (Συμβάσεις Δημοσίου και Ιδιωτικού Τομέα) αυξάνει την προστιθέμενη αξία για τις κατασκευαστικές εταιρείες, που επιδιώκουν να ενισχύσουν τα επενδυτικά τους χαρτοφυλάκια με τέτοιας μορφής συμβάσεις, λόγω της περιοδικότητας των εσόδων και των υψηλών περιθωρίων κέρδους.
Στο πλαίσιο αυτό εντάσσεται η πρόσφατη κίνηση του ομίλου Aktor να προχωρήσει στη σύναψη στρατηγικής συμφωνίας με τον γαλλικό όμιλο Suez International, εκ των ηγετών στον συγκεκριμένο τομέα. Στόχος της σύμπραξης αυτής είναι η από κοινού διεκδίκηση των συμβάσεων ύψους άνω των 4 δισ. ευρώ για έργα διαχείρισης υδάτων. Αυτή τη στιγμή οι δύο εταιρείες έχουν συνάψει ένα Μνημόνιο Συνεργασίας (MOU) το οποίο αφορά την αποκλειστική συνεργασία στην ελληνική αγορά για την παροχή υπηρεσιών διαχείρισης υδάτων. Θα ακολουθήσουν και άλλα βήματα, όπως η δημιουργία του κοινού φορέα, μέσω του οποίου θα διεκδικήσουν τις σχετικές συμβάσεις έργων στο μέλλον, εξειδικεύοντας ακόμα περισσότερο τη μεταξύ τους συμμαχία. Το κοινό σχήμα που θα δημιουργηθεί θα αφορά την Άκτωρ ΑΤΕ, τη θυγατρική στον τομέα των έργων υποδομής, και θα υπάγεται υπό τον “πυλώνα” του κατασκευαστικού τομέα του ομίλου Aktor.
Η Suez είναι μια διεθνής εταιρεία που δραστηριοποιείται σε πολλές χώρες, παρέχοντας ένα ολοκληρωμένο φάσμα υπηρεσιών διαχείρισης υδάτων, που καλύπτουν ολόκληρο τον κύκλο του νερού –από την παροχή πόσιμου νερού έως την επεξεργασία των λυμάτων–, με μεγάλη έμφαση στη βιωσιμότητα, την καινοτομία και την κυκλική οικονομία. Με παρουσία σε 40 χώρες και μια ομάδα 40.000 εξειδικευμένων εργαζομένων, η Suez αποτελεί έναν οικονομικό και τεχνολογικό κολοσσό, με ετήσια έσοδα που ανήλθαν στα 9,2 δισεκατομμύρια ευρώ το 2024. Το εύρος των υπηρεσιών της είναι καθοριστικό για την ποιότητα ζωής εκατομμυρίων πολιτών, καθώς παρέχει πόσιμο νερό σε 68 εκατομμύρια ανθρώπους, εξασφαλίζει υπηρεσίες αποχέτευσης για 44 εκατομμύρια και ανακτά ενέργεια ή πρώτες ύλες από τόνους αποβλήτων σε καθημερινή βάση.
Στην ελληνική αγορά, ο όμιλος Suez διαθέτει μειοψηφικό ποσοστό 5,5% στην ΕΥΑΘ, ενώ την περίοδο 2018-2021 επιχείρησε, σε κοινοπραξία και στρατηγική συνεργασία με τον όμιλο Intrakat (την περίοδο ελέγχου του ομίλου από την οικογένεια Κόκκαλη), να αναλάβει έργα, όπως η διαχείριση της Ψυττάλειας, χωρίς όμως επιτυχία. Παράλληλα, η Suez είχε εμφανιστεί ως ενδιαφερόμενος και για την απόκτηση ποσοστού στην ΕΥΔΑΠ, εφόσον προχωρούσε η σχετική ιδιωτικοποίηση, κάτι που τελικά δεν συνέβη.
Τα έργα για τη διαχείριση της λειψυδρίας θα βρεθούν στο επίκεντρο τα επόμενα χρόνια, παρά το αυξημένο επίπεδο βροχοπτώσεων των τελευταίων μηνών. Ειδικά τα μεγάλα αστικά κέντρα, αλλά και οι δημοφιλείς τουριστικοί προορισμοί που κάθε καλοκαίρι δοκιμάζονται, απαιτούν σημαντικές παρεμβάσεις ώστε να αντιμετωπιστούν τα υφιστάμενα προβλήματα. Η κλιματική αλλαγή, η μείωση των βροχοπτώσεων, τα ακραία καιρικά φαινόμενα και η υπερκατανάλωση νερού δημιουργούν ένα νέο, πιεστικό περιβάλλον για τους υδατικούς πόρους της χώρας, η οποία κατατάσσεται πλέον στη 19η θέση παγκοσμίως ως προς τον κίνδυνο εμφάνισης λειψυδρίας.
Σύμφωνα με μελέτη του World Rescources Institute και έκθεση της Deloitte για τη διαχείριση των υδάτων στην Ελλάδα, η χώρα μας κατέγραψε υπερδιπλασιασμό των απολήψεων νερού τα τελευταία χρόνια. Η αύξηση αυτή τροφοδοτείται από απώλειες στα δίκτυα διανομής (εξαιτίας παλαιότητας ή ελλιπούς συντήρησης), με αποτέλεσμα να χάνεται περίπου το 50% του πόσιμου νερού. Παράλληλα, παρατηρείται υπερκατανάλωση αρδευτικού νερού για λόγους αγροτικής παραγωγής. Η Ελλάδα δαπανά τον μεγαλύτερο όγκο νερού ανά εκτάριο στην Ε.Ε., με τη γεωργία να απορροφά το 70%-80% των πόρων, συχνά μέσω αναποτελεσματικών μεθόδων. Σίγουρα ημαντικό ρόλο παίζει και η μεγάλη αύξηση του τουρισμού, ιδιαίτερα στις Κυκλάδες και άλλους προορισμούς υψηλού ενδιαφέροντος, όπου η ζήτηση υπερβαίνει κατά πολύ τη φέρουσα ικανότητα των τοπικών πόρων.
Η δημιουργία και αναβάθμιση φραγμάτων, ταμιευτήρων και έργων ρύθμισης ροής, σε συνδυασμό με τον εκσυγχρονισμό δικτύων ύδρευσης και άρδευσης, αποτελούν καθοριστικούς παράγοντες για τη διασφάλιση της υδατικής επάρκειας. Παράλληλα, η μείωση των απωλειών στα δίκτυα, η ενσωμάτωση νέων τεχνολογιών και η αξιοποίηση λύσεων ανακύκλωσης και επαναχρησιμοποίησης νερού μπορούν να ενισχύσουν σημαντικά την ανθεκτικότητα των υποδομών απέναντι στις πιέσεις του μέλλοντος. Η επιστημονική κοινότητα επισημαίνει ότι η λύση δεν έγκειται μόνο στην ανεύρεση νέων πόρων, αλλά στην ορθολογική διαχείριση των υφιστάμενων. Παρά τις σποραδικές βροχοπτώσεις, η απουσία επαρκών έργων ταμίευσης οδηγεί τεράστιες ποσότητες γλυκού νερού στη θάλασσα.
Αυτή την περίοδο, μέσω του προγράμματος “Ύδωρ 2.0”, υλοποιούνται έργα ύψους 1,6 δισ. ευρώ σε διάφορες περιοχές της χώρας. Σε αρκετά εξ αυτών συμμετέχει και ο όμιλος Aktor. Ωστόσο το επόμενο διάστημα αναμένονται πρόσθετα έργα ύψους 2,5 δισ. ευρώ. Επίσης, σημαντικό είναι και το επενδυτικό πρόγραμμα της ΕΥΔΑΠ, το οποίο προβλέπει έργα 2,1 δισ. ευρώ για την περίοδο 2024-2033. Μεταξύ άλλων, ξεχωρίζει το έργο του Ευρύτου, το οποίο αναμένεται να αντιμετωπίσει το πρόβλημα της λειψυδρίας στην Αττική για τις επόμενες δεκαετίες. Με προϋπολογισμό 535 εκατ. ευρώ, το έργο αναμένεται να εκτρέψει το πλεονάζον νερό από τους Κρικελιώτη και Καρπενησιώτη, εμπλουτίζοντας τον Μόρνο με 250 εκατ. κυβικά μέτρα νερού σε ετήσια βάση.









