Ο νόμος για τη βιομηχανία μηδενικών εκπομπών (Net-Zero Industry Act – NZIA) (κανονισμός (ΕΕ) 2024/1735, εφεξής “ο κανονισμός”) τέθηκε σε ισχύ στις 29 Ιουνίου 2024. Ο κανονισμός είναι μια νομική πράξη της Ευρωπαϊκής Ένωσης, η οποία γίνεται άμεσα εκτελεστή ως νόμος ταυτόχρονα σε όλα τα κράτη μέλη της ΕΕ.
Ο κανονισμός θεσπίζει ένα πλαίσιο που έχει σχεδιαστεί για να εγγυηθεί την πρόσβαση της ΕΕ σε ασφαλή και βιώσιμη προμήθεια τεχνολογιών μηδενικού ισοζυγίου. Αυτό περιλαμβάνει την επέκταση της παραγωγικής ικανότητας αυτών των τεχνολογιών και των αλυσίδων εφοδιασμού τους και στόχο έχει να δώσει πλεονέκτημα στους ευρωπαίους κατασκευαστές έναντι τρίτων (και κυρίως της Κίνας). Εφαρμόζεται στις 19 τεχνολογίες μηδενικού ισοζυγίου που απαριθμούνται στον κανονισμό, καλύπτοντας τα τελικά προϊόντα και συγκεκριμένα εξαρτήματα ή μηχανήματα που χρησιμοποιούνται κυρίως για την παραγωγή τους. Μεταξύ των τεχνολογιών που καλύπτει ο κανονισμός είναι οι τεχνολογίες ΑΠΕ και αποθήκευσης ενέργειας.
Ο οδικός χάρτης που συνοδεύει τον κανονισμό, θέτει μια σειρά από προθεσμίες για την επίτευξη των στόχων του. Για παράδειγμα, στις 23 Μαϊου 2025 η Επιτροπή εξέδωσε τον κανονισμό (ΕΕ) 2025/1176 για τον περαιτέρω καθορισμό των κριτηρίων προεπιλογής και ανάθεσης για τις δημοπρασίες για την ανάπτυξη ανανεώσιμων πηγών ενέργειας και των ελάχιστων απαιτήσεων περιβαλλοντικής βιωσιμότητας για τις διαδικασίες δημόσιων συμβάσεων. Σε ότι αφορά τα κράτη μέλη, η 30η Δεκεμβρίου 2025 είναι η ημερομηνία εφαρμογής των άρθρων 26 (δημοπρασίες για την ανάπτυξη ανανεώσιμων πηγών ενέργειας) και 28 (προγράμματα που ωφελούν νοικοκυριά, εταιρίες ή καταναλωτές και παρέχουν κίνητρα για την αγορά τελικών προϊόντων τεχνολογίας μηδενικού ισοζυγίου εκπομπών).
Τι περιλαμβάνει το άρθρο 26 του κανονισμού;
Για τις δημοπρασίες που αφορούν την ανάπτυξη ανανεώσιμων πηγών ενέργειας (για τουλάχιστον 30% του όγκου που δημοπρατείται ετησίως ανά κράτος μέλος ή, εναλλακτικά, για τουλάχιστον 6 GW ετησίως ανά κράτος μέλος), οι αρχές θα πρέπει να περιλαμβάνουν κριτήρια προεπιλογής (δηλαδή κριτήρια που πρέπει να πληρούν όλα τα έργα των υποψηφίων για να μπορούν να συμμετάσχουν στη δημοπρασία) σχετικά με την υπεύθυνη επιχειρηματική συμπεριφορά, την κυβερνοασφάλεια και την ασφάλεια δεδομένων, καθώς και την ικανότητα πλήρους και έγκαιρης παράδοσης του έργου. Θα πρέπει επίσης να περιλαμβάνουν κριτήρια προεπιλογής ή κριτήρια ανάθεσης (δηλαδή κριτήρια που αποσκοπούν στην αξιολόγηση και την κατάταξη των διαφόρων έργων που συμμετέχουν σε μια δημοπρασία) για την αξιολόγηση της συμβολής της δημοπρασίας στη βιωσιμότητα και την ανθεκτικότητα.
Οι δημοπρασίες θα πρέπει να συμβάλλουν στην ανθεκτικότητα, λαμβάνοντας υπόψη το ποσοστό της τεχνολογίας μηδενικού ισοζυγίου, ή των κύριων ειδικών συστατικών της, που προέρχεται από τρίτη χώρα και αντιπροσωπεύει περισσότερο από το 50% της προσφοράς τους. Όταν το προερχόμενο από μία και μόνο τρίτη χώρα ποσοστό εφοδιασμού εντός της Ένωσης, υπερβαίνει το 85%, οι αρμόδιες αρχές μπορούν να αυξήσουν το όριο της μέγιστης ποσότητας κατασκευαστικών στοιχείων από 50% σε 85%. Επιπλέον, οι δημοπρασίες θα πρέπει να συμβάλλουν σε τουλάχιστον ένα από τα ακόλουθα: περιβαλλοντική βιωσιμότητα που υπερβαίνει τις ελάχιστες απαιτήσεις της ισχύουσας νομοθεσίας, καινοτομία, παρέχοντας εντελώς νέες λύσεις ή βελτιώνοντας συγκρίσιμες λύσεις αιχμής, ή ολοκλήρωση του ενεργειακού συστήματος. Οι αρχές θα πρέπει να δίνουν σε καθένα από τα κριτήρια αξιολόγησης της συμβολής της δημοπρασίας στη βιωσιμότητα και την ανθεκτικότητα, όταν εφαρμόζονται ως κριτήρια ανάθεσης, ελάχιστη βαρύτητα 5% και συνδυασμένη βαρύτητα μεταξύ 15% και 30% των κριτηρίων ανάθεσης.
Τα κράτη μέλη δεν υποχρεούνται να εφαρμόσουν τις παραμέτρους που σχετίζονται με τα κριτήρια προεπιλογής και ανάθεσης εάν, εφαρμόζοντας τα εν λόγω κριτήρια, θα επιβαρύνονταν με “δυσανάλογο κόστος”. Ο κανονισμός ορίζει ότι οι διαφορές κόστους άνω του 15% ανά δημοπρασία μπορούν να θεωρηθούν από τα κράτη μέλη ως δυσανάλογες.
Με απλά λόγια, στις δημοπρασίες που αφορούν ανάπτυξη έργων ΑΠΕ, πρέπει να εφαρμόζονται κριτήρια που προστατεύουν και προωθούν τους ευρωπαίους κατασκευαστές εξοπλισμού. Αν όμως η εφαρμογή των κριτηρίων αυτών οδηγεί σε αύξηση κόστους της επένδυσης άνω του 15%, τότε τα κράτη μέλη έχουν τη δυνατότητα να μην εφαρμόσουν τα προβλεπόμενα από τον κανονισμό.
Τα κράτη μέλη λαμβάνουν, κατά περίπτωση, μέτρα για τη μεγιστοποίηση του ποσοστού εκτέλεσης των έργων μέσω κατάλληλων κινήτρων, για παράδειγμα μέσω της εφαρμογής τιμαριθμικής αναπροσαρμογής. Για τον υπολογισμό των ποσοτήτων που δημοπρατούνται ετησίως ανά κράτος μέλος, μπορούν επίσης να εξαιρεθούν οι δημοπρασίες για εγκαταστάσεις με μέγιστο μέγεθος έργου 10 MW.
Βέβαια, όλα αυτά ισχύουν με την προϋπόθεση ότι πραγματοποιούνται διαγωνισμοί ΑΠΕ, κάτι που στην Ελλάδα δεν έχει συμβεί τα τελευταία χρόνια.




