Θετική γνωμοδότηση για την εγκατάσταση πυρηνικών σταθμών στην ελληνική επικράτεια εκφράζει νεότερη ανάλυση της Athlos Energy που πραγματοποιήθηκε σε συνεργασία με την αμερικανική εταιρεία Cambrian Nuclear και στόχο είχε να χαρτογραφήσει τις προοπτικές χωροθέτησης πυρηνικών σταθμών στον Ελλαδικό χώρο.
Η ανάλυση κάλυψε το σύνολο της ελληνικής επικράτειας, ακολουθώντας μία γεωγραφικά ουδέτερη προσέγγιση, χωρίς προκαθορισμένες περιοχές ενδιαφέροντος. Στόχος ήταν η αρχική αποτύπωση της χωροθετικής καταλληλόλητας της χώρας για διαφορετικούς τύπους πυρηνικών τεχνολογιών, από συμβατικούς μεγάλους αντιδραστήρες υφιστάμενης τεχνολογίας έως μικρούς αρθρωτούς αντιδραστήρες και μίκρο-αντιδραστήρες.
Ειδικότερα, τα αποτελέσματα της μελέτης επιβεβαιώνουν την εφικτότητα του εγχειρήματος ακόμη και στην περίπτωση που εφαρμοστούν τα αυστηρότερα κριτήρια χωροθέτησης, όπως αυτά προσδιορίζονται από τον Διεθνή Οργανισμό Ατομικής Ενέργειας, την Αμερικανική Επιτροπή Ατομικής Ενέργειας και το Αμερικανικό Electric Power Research Institute.
Θράκη και Νότια Εύβοια
«Από την άποψη της προκαταρκτικής χωροθέτησης, η Ελλάδα περιλαμβάνει περιοχές που μπορούν να ικανοποιήσουν τα διεθνώς αναγνωρισμένα και αξιοποιήσιμα κριτήρια για περαιτέρω αξιολόγηση πυρηνικών εγκαταστάσεων», αναφέρει σχετικά ως «βασικό συμπέρασμα» η Athlos Energy σε ανάρτησή της στο Linkedin με αφορμή την δημοσίευση ορισμένων βασικών αποτελεσμάτων από την μελέτη. Ενδεδειγμένες περιοχές, όπως επισημαίνεται σε σχετική ανακοίνωση της Athlos Energy, εμφανίζονται καταρχήν περιοχές της Θράκης και της Νότιας Εύβοιας με ανάλογες προοπτικές υπό προϋποθέσεις να παρουσιάζονται και σε άλλες περιοχές της χώρας από την Μακεδονία μέχρι την Πελοπόννησο.
Ενδεικτικά, η Athlos Energy αναφέρει σε σχετική ανακοίνωσή της, ότι «υπό την πλέον συντηρητική προσέγγιση χωροθέτησης, με εφαρμογή αυστηρών σεισμικών κριτηρίων και χωρίς να λαμβάνονται υπόψη πιθανές προσαρμογές ή αναβαθμίσεις στον σχεδιασμό συγκεκριμένων τεχνολογιών αντιδραστήρων, περιοχές της Θράκης, καθώς και της Νότιας Εύβοιας, αναδεικνύονται ως δυνητικά κατάλληλες για περαιτέρω διερεύνηση ως προς την εγκατάσταση μεγάλων πυρηνικών σταθμών».
Η «παρακαταθήκη» της EBASCO
Αξίζει να σημειωθεί ότι τα «ευρήματα» της εν λόγω ανάλυσης, τουλάχιστον ως προς τη Θράκη και τη Νότια Εύβοια, «συμμορφώνονται» με παλαιότερες αντίστοιχες μελέτες που είχε εκπονήσει η εταιρεία EBASCO για λογαριασμό της ελληνικής κυβέρνησης και της ΔΕΗ την δεκαετία του 1980, καταλήγοντας και αυτή να υποδείξει τότε ανάλογα γεωγραφική μήκη και πλάτη για την χωροθέτηση ενός πυρηνικού σταθμού.
Μάλιστα, όπως σχολιάζουν πηγές με γνώση του θέματος και αναφέρει ο τύπος της εποχής, η πλέον ενδεδειγμένη θέση είχε εντοπιστεί στη περιοχή της Θεσσαλίας και της Λάρισας με το τελικό ωστόσο σχέδιο να μετατοπίζεται σε Νότια Εύβοια και Θράκη, όντας τότε περιοχές με περιορισμένη οικονομική ανάπτυξη, μικρότερη συγκέντρωση πληθυσμού και στην περίπτωση της Εύβοιας, εγγύτερα στην Αττική και την Αθήνα.
Έκτοτε τα κριτήρια, όπως προσθέτουν οι ίδιες πηγές, έχουν διαφοροποιηθεί με ορισμένα σημεία να έχουν αυστηροποιηθεί και άλλα επικαιροποιηθεί, ακολουθώντας και το «γράμμα της τεχνολογίας» που πλέον προσφέρει την δυνατότητα για πιο εμπεριστατωμένες και ολοκληρωμένες μελέτες όπως αυτή που κατέληξε η εταιρεία Athlos Energy.
Οι δύο κατηγορίες κριτηρίων
Σε γενικές γραμμές, όπως αναφέρουν σχετικά στελέχη του κλάδου που συνομίλησαν με το insider.gr, τα κριτήρια χωροθέτησης διακρίνονται σε δύο βασικές κατηγορίες με την πρώτη να αφορά σε προδιαγραφές διεθνών οργανισμών και τη δεύτερη σε επιμέρους παραμέτρους τεχνικής φύσεως.
Ως προς την πρώτη κατηγορία, όπως επεξηγούν οι ίδιες πηγές, τα μισά από τα κριτήρια απαντώνται με «ναι» ή «όχι», δηλαδή συμπεριλαμβάνοντας ή αποκλείοντας μια περιοχή χωρίς να επιδέχονται περαιτέρω συζήτησης και επεξεργασίας. Επί παραδείγματι, η περιοχή της Ηπείρου τίθεται εξαρχής εκτός κάδρου λόγω μεγάλων ορεινών όγκων που ενέχουν τον κίνδυνο των κατολισθήσεων.
Ανάλογη είναι καταρχήν και η προσέγγιση στο θέμα της σεισμικότητας με την ποιοτική ωστόσο διαφορά ότι το επίπεδο της τεχνικής σήμερα επιτρέπει την ανάπτυξη υποστηρικτικών έργων που απομειώνουν σημαντικά το εν λόγω ρίσκο. Άλλωστε, όπως επισημαίνουν οι ίδιες πηγές, αρκετές χώρες ανά τον κόσμο (πχ Ιαπωνία, Τουρκία κλπ.) λειτουργούν πυρηνικούς αντιδραστήρες παρά το γεγονός ότι συγκαταλέγονται στις σεισμογενείς περιοχές του πλανήτη.\
Υπό αυτό το πρίσμα, η απάντηση στο ρίσκο της σεισμικότητας εδράζεται στην κατάλληλη «διαστασιολόγηση» και μελέτη του έργου ώστε με την «συνδρομή» πρόσθετων έργων να υπερκαλυφθούν τα όρια αντοχής, καλύπτοντας δηλαδή μέχρι και το δυσμενέστερο σενάριο σεισμικής δραστηριότητας που μπορεί να λάβει χώρα στην ενδιαφερόμενη περιοχή.
Έπειτα, η ανάλυση, με την δεύτερη κατηγορία κριτηρίων, εστιάζει σε επιμέρους παραμέτρους που συναρτώνται με την λειτουργία του πυρηνικού σταθμού και αφορούν από την πρόσβαση σε υφιστάμενες ενεργειακές και μεταφορικές υποδομές μέχρι την εγγύτητα σε αστικά κέντρα και την διαθεσιμότητα γης και υδάτινων πόρων με σκοπό να εξετάσει την «ετοιμότητα» και την «πληρότητα» της εφοδιαστικής αλυσίδας στο σύνολό της για την λειτουργία ενός πυρηνικού σταθμού.\
Μελέτη για το πυρηνικό καύσιμο
Χρειάζεται να σημειωθεί ότι η εν λόγω μελέτη, όπως έχει γράψει το insider.gr, αποτελεί το πρώτο μέρος σειράς αναλύσεων που εκπονεί η Athlos Energy και στόχο έχουν να αποτελέσουν «αντικείμενο συζήτησης» κατά την τρέχουσα διαβούλευση σχετικά με την προοπτική ενσωμάτωσης πυρηνικής ενέργειας στο ενεργειακό μίγμα της χώρας.
Το αντικείμενο της επόμενης μελέτης, που θα παρουσιαστεί στις αρχές φθινοπώρου, θα αφορά τον κύκλο ζωής του πυρηνικού καυσίμου με την Athlos Energy να θέλει να προσδιορίσει τις ανάγκες της χώρας σε πυρηνικό καύσιμο στο σενάριο που υπάρξουν πυρηνικοί αντιδραστήρες στη χώρα, ποιες θα είναι οι πηγές προμήθειας, το κόστος θα έχει, καθώς και τι μπορεί να γίνει ως προς την διαχείριση και την εναπόθεσή του.


