Τα data centers μπαίνουν πλέον ρητά στην εξίσωση του ενεργειακού σχεδιασμού της χώρας, καθώς ο ΑΔΜΗΕ ενσωματώνει για πρώτη φορά την αναμενόμενη κατανάλωσή τους στις προβλέψεις του για τη ζήτηση ηλεκτρικής ενέργειας. Στο νέο Δεκαετές Πρόγραμμα Ανάπτυξης 2027-2036, ο Διαχειριστής υπολογίζει ότι οι νέες εγκαταστάσεις που αναμένεται να αναπτυχθούν τα επόμενα χρόνια θα προσθέσουν ένα ακόμη σημαντικό φορτίο στο ηλεκτρικό σύστημα, σε μια περίοδο κατά την οποία η συνολική ζήτηση μπαίνει ούτως ή άλλως σε ανοδική τροχιά λόγω του εξηλεκτρισμού της οικονομίας.
Η μεταβολή δεν ανατρέπει τη γενική εικόνα των βασικών μεγεθών σε σχέση με το προηγούμενο δεκαετές πρόγραμμα, προσθέτει όμως έναν νέο παράγοντα στις παραδοχές του ΑΔΜΗΕ. Στο δικό του σενάριο, η συνολική καθαρή ζήτηση, στην οποία περιλαμβάνεται και η κατανάλωση που καλύπτεται απευθείας στο Δίκτυο Διανομής από διεσπαρμένη παραγωγή ανεβαίνει από τα επίπεδα των περίπου 50-51 TWh το 2025 στις 56-57 TWh το 2026 και συνεχίζει σταδιακά υψηλότερα, πλησιάζοντας τις 65 TWh στο τέλος της περιόδου, το 2036. Το 2024 είχε διαμορφωθεί στις 51,1 TWh, ενώ στο πρώτο εννεάμηνο του 2025 καταγράφηκε μείωση 1% έναντι της αντίστοιχης περιόδου του προηγούμενου έτους.
Τα data centers αλλάζουν τις παραδοχές
Στην ίδια εξίσωση προστίθεται πλέον ρητά η πρόσθετη κατανάλωση από τα data centers που αναμένεται να τεθούν σε λειτουργία τα επόμενα χρόνια. Η αναφορά μόνο τυχαία δεν είναι. Ο ΑΔΜΗΕ έχει ήδη ανοίξει ξεχωριστό κεφάλαιο για την ενσωμάτωση των data centers, καθώς πρόκειται για εγκαταστάσεις μεγάλης και, σε αρκετές περιπτώσεις, συνεχούς κατανάλωσης. Σε συνεργασία με το ΥΠΕΝ, τη ΡΑΑΕΥ και τον ΔΕΔΔΗΕ εκπονεί μελέτες για τα διαθέσιμα περιθώρια πρόσβασης νέων μονάδων στο ηλεκτρικό σύστημα και για το πλαίσιο με το οποίο θα αξιολογούνται οι αιτήσεις σύνδεσης. Κρίσιμη παράμετρος δεν είναι μόνο το συνολικό ύψος του φορτίου, αλλά και το πού θα συγκεντρωθεί, καθώς μεγάλος αριθμός εγκαταστάσεων στην ίδια γεωγραφική περιοχή μπορεί να δημιουργήσει τοπικές πιέσεις στις υποδομές.
Η διεθνής τάση, άλλωστε, δείχνει ότι τα data centers δεν αντιμετωπίζονται πλέον απλώς ως ακόμη ένας μεγάλος καταναλωτής. Ο ENTSO-E εξετάζει και τη δυνατότητα να λειτουργούν ως πηγή ευελιξίας για το ηλεκτρικό σύστημα, για παράδειγμα μέσω της προσωρινής μετατόπισης μη κρίσιμων φορτίων, της αξιοποίησης αποθήκευσης ή της συμμετοχής σε μηχανισμούς διαχείρισης συμφόρησης. Ο ΑΔΜΗΕ αφήνει έτσι ανοιχτό και το ενδεχόμενο ευέλικτων συνδέσεων, με περιορισμούς στην κατανάλωση σε περιόδους μεγάλης φόρτισης, ώστε να αξιοποιείται αποτελεσματικότερα η διαθέσιμη χωρητικότητα των δικτύων.
Στην εξίσωση και τα νησιά
Η ανοδική πορεία της ζήτησης δεν οφείλεται, πάντως, μόνο στα νέα ψηφιακά φορτία. Στις προβλέψεις του Διαχειριστή ενσωματώνεται σταδιακά και η κατανάλωση των νησιών που περνούν στο διασυνδεδεμένο σύστημα.
Από το 2027 προστίθεται η εκτιμώμενη ζήτηση των Νοτίων και Δυτικών Κυκλάδων, στο πλαίσιο της Δ΄ Φάσης της ηλεκτρικής διασύνδεσης των Κυκλάδων, ενώ από το 2031 συνυπολογίζεται η ζήτηση των Δωδεκανήσων και των νησιών του Βορείου Αιγαίου που θα έχουν στο μεταξύ διασυνδεθεί. Η Κρήτη περιλαμβάνεται ήδη στις προβλέψεις, αρχικά μέσω της λειτουργίας της διασύνδεσης εναλλασσόμενου ρεύματος και στη συνέχεια με το σύνολο της ζήτησής της.
Την ίδια στιγμή, η εικόνα που «βλέπει» το Σύστημα Μεταφοράς γίνεται ολοένα πιο σύνθετη εξαιτίας της διεσπαρμένης παραγωγής. Η μεγάλη ανάπτυξη φωτοβολταϊκών που συνδέονται απευθείας στη χαμηλή και τη μέση τάση καλύπτει μέρος της κατανάλωσης τοπικά, με αποτέλεσμα να περιορίζεται το φορτίο που καταγράφεται στο σημείο επαφής του Συστήματος Μεταφοράς με το Δίκτυο Διανομής. Έτσι, η συνολική κατανάλωση της χώρας και το φορτίο που τελικά «περνά» από το Σύστημα Μεταφοράς δεν κινούνται πλέον παράλληλα.
Η νέα πρόκληση μεταφέρεται μετά τη δύση του ήλιου
Ακόμη πιο απαιτητική από την πρόβλεψη της συνολικής κατανάλωσης είναι, σύμφωνα με τον ΑΔΜΗΕ, η εκτίμηση της αιχμής φορτίου. Και αυτό διότι οι μέγιστες ανάγκες ισχύος επηρεάζονται έντονα από τη θερμοκρασία και τη διάρκεια ακραίων καιρικών φαινομένων. Η εξάρτηση είναι εμφανής τόσο στους θερινούς καύσωνες όσο και στις ψυχρές περιόδους του χειμώνα, ενώ η συνεχής αύξηση των ΑΠΕ προσθέτει μία ακόμη μεταβλητή στον σχεδιασμό.
Η εικόνα είναι χαρακτηριστική. Το 2024 η συνολική μέγιστη αιχμή έφτασε τον Ιούλιο τα 10.781 MW σε συνθήκες παρατεταμένου καύσωνα, ενώ το 2025 ανέβηκε στα 10.845 MW, πλησιάζοντας το ιστορικό υψηλό των 10.911 MW που είχε σημειωθεί το 2007. Την ίδια ώρα, το φορτίο που καταγράφηκε στο όριο του Συστήματος ήταν αισθητά χαμηλότερο, στα 9.322 MW το 2025, αποτυπώνοντας και εδώ την επίδραση της διεσπαρμένης παραγωγής.
Εκεί όπου μετατοπίζεται σταδιακά το βάρος είναι στις βραδινές ώρες. Η παραγωγή των φωτοβολταϊκών περιορίζει τη μεσημβρινή επιβάρυνση του Συστήματος, όμως με τη δύση του ήλιου αυτή η «ασπίδα» εξαφανίζεται, ενώ η κατανάλωση παραμένει υψηλή. Για τον σχεδιασμό του ΑΔΜΗΕ, επομένως, η βραδινή αιχμή αποκτά ολοένα μεγαλύτερη σημασία, καθώς είναι η ώρα κατά την οποία το σύστημα πρέπει να καλύψει το φορτίο χωρίς τη συνδρομή των φωτοβολταϊκών.
Το φαινόμενο δεν περιορίζεται πλέον στο καλοκαίρι. Μέχρι πριν από λίγα χρόνια οι ισχυρές βραδινές αιχμές συνδέονταν κυρίως με ημέρες καύσωνα. Μετά το 2013, όμως, άρχισαν να εμφανίζονται και τον χειμώνα, φτάνοντας πολύ κοντά στις θερινές μεσημβρινές κορυφώσεις. Το 2014, μάλιστα, η βραδινή αιχμή του Δεκεμβρίου έφτασε τα 9.092 MW και ξεπέρασε την αντίστοιχη θερινή αιχμή του Ιουλίου, που είχε διαμορφωθεί στα 8.667 MW.





